Friday, November 28, 2008

Το να τρως καλά, έχει και την τέχνη του

Στο τελευταίο τεύχος του Sol Latino, γίνεται ένα αφιέρωμα στις Κουζίνες της Λατινικής Αμερικής. Η "ψυχή" του Al Andar Δρ. Μαρίνα Κατσαρά, γράφει* για την Μαγειρική και το φαγητό:

Το να τρως καλά, έχει και την τέχνη του
Παραδοσιακά φαγητά: αρώματα της γης μας


Και ποιος δεν έχει σε κάποια γωνιά της κουζίνας του ένα βιβλιαράκι ή ένα τετραδιάκι με συνταγές μαγειρικής γερασμένο από τα χρόνια της νοσταλγίας; Οι μουτζούρες πάνω στο χαρτί δεν φεύγουν, αποτελούν μέρος της εγγεγραμμένης μνήμης, της καταγεγραμμένης από κάποιο χέρι που αφηγήθηκε την ιστορία κάποιου, μαγείρεψε το πιάτο του, προσδιόρισε τον πολιτισμό του, σφράγισε την ταυτότητά του. Αυτά τα βιβλιαράκια ή τα τετραδιάκια είναι πολύτιμα. Δεν στολίζουν απλώς την κουζίνα. Είναι χειρόγραφα που αφηγούνται την ζωή κάποιου.
Δεν πρόκειται περί "nouvelle cuisine". Όχι. Εδώ μιλάμε για μαγειρικές που υφίστανται προ αμνημονεύτων ετών, για αχνιστά πιάτα, για αυθεντικές γεύσεις που στο άκουσμά τους και μόνο έρχονται στο νου τρόποι ζωής, όχι μόδες, ουσιώδεις αναφορές, όχι σοφιστικέ νεωτερισμοί.
Η Μαγειρική δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς την Παράδοση. Η παράδοση είναι δύναμη ζωής και η μαγειρική είναι μια από τις θεμελιώδεις πρακτικές της. Η Μαγειρική δεν μπορεί παρά να κυοφορεί την ευτυχία. Είναι πράξη πίστης και έρωτα.
Η Μαγειρική είναι μια από τις πιο σημαντικές πολιτισμικές αποσκευές της ανθρωπότητας, ένα κοινωνικό, φυλετικό, πολιτισμικό, θρησκευτικό χωνευτήρι.
Η Μαγειρική είναι έφεση, είναι έμπνευση, είναι συγκέντρωση, είναι σπονδή.
Η Μαγειρική είναι συλλογική μνήμη, οικογενειακή μνήμη, μνήμη της γης, γενέθλιας και μη.
Η Μαγειρική είναι μια τέχνη που έχει τους κώδικές της, τους κανόνες της, τους νόμους της, τα τελετουργικά και τα σύμβολά της.
Η Μαγειρική εμπεριέχει ερωτικές και αισθησιακές αξίες.
Η Μαγειρική μπορεί να έχει αφροδισιακές δυνατότητες.
Η Μαγειρική είναι ανοιχτή επιθυμία, είναι απροσμέτρητη όρεξη, είναι απόλαυση, είναι γοητεία.
Η Μαγειρική είναι καλωσόρισμα, είναι μέθεξη, είναι καταξίωση, είναι χάρισμα, είναι χάρη, είναι χαρά.
Η Μαγειρική είναι τεχνική, είναι δείγμα ευγένειας τόσο των φτωχών όσο και των πλουσίων.
Η Μαγειρική δεν υφίσταται χωρίς τα μάτια, τα χέρια, τα χείλη, τη γλώσσα.
Στην κινηματογραφική ταινία "Σαν το νερό για τη σοκολάτα" του μεξικανού σκηνοθέτη Αλφόνσο Αράου, που βασίστηκες στο μυθιστόρημα της Λάουρα Εσκιβέλ, τα συστατικά, οι γεύσεις, οι μυρωδιές διατρέχουν την ιστορία του Μεξικού, εισβάλλουν στις οικογενειακές σχέσεις, αφηγούνται την καταγωγή μιας οικογένειας κι ενός λαού. Στην κινηματογραφικά ταινία "Πολίτικη κουζίνα" του έλληνα σκηνοθέτη Τάσου Μπουλμέτη, η ιστορία είναι βαθιά ριζωμένη στις μυρωδιές για τις γεύσεις κάποιων μπαχαρικών που αποτελούν κοινό σημείο αναφοράς μεταξύ μιας Ανατολής και μιας Δύσης που ζουν και αναπνέουν χώρια.
Η μαγειρική είναι τέχνη. Η μαγειρική είναι παγκόσμια ιστορία και ιστορία κάθε χώρας. Η μαγειρική είναι αναγκαιότητα. Η μαγειρική είναι η επιβίωση των ανθρώπινων όντων.
Δεν γίνεται να ζεις χωρίς να τρως.
Αρκεί σ΄αυτόν τον κόσμο της μαγειρικής τέχνης και της τέχνης του τραπεζιού, το τραπέζι να είναι στρωμένο για όλους, μικρούς και μεγάλους, σε Αφρική και Λατινική Αμερική, δύο ηπείρους που έχουν εξαιρεθεί από την πρωταρχική ζωτική ανθρώπινη ανάγκη: το φαγητό.
Τότε, με πολύ σεβασμό και απέραντη ευχαρίστηση θα μπορούμε να συνεχίσουμε να μιλάμε για μαγειρική και παράδοση.

*Μετάφραση: Κωνσταντίνος Βαδραχάνης

Wednesday, November 19, 2008

Gabriela Mistral y Alfonsina Strorni: la trancisión del Modernismo a la Vanguardia

La chilena Gabriela Mistral (1889-1957) es sin duda la escritora latinoamericana más renombrada del siglo XX y también la primera latinoamericana en recibir el Premio Nóbel de Literatura en 1945.

El éxito de Gabriela Mistral empieza con “Los sonetos de la muerte” con los que toma parte en un concurso poético en 1914. La tristeza, el dolor, la muerte súbita, el amor frustrado e incompleto están aparentes en su obra y llenan sus poemas con colores fúnebres (Bellini: 1997, 304-305).
“Esperaré que me hayan cubierto totalmente…
¡Y después hablaremos por una eternidad!”
“y, roto el pacto enorme, tenía que morir…”
“Malas manos tomaron tu vida”
“¡más anchas le dejaron las cuencas del amor!”


Dios es su refugio, su inspiración, aunque a veces se sienta abandonada pero no cesa de pedir su ayuda y compasión.
"¡Tú, que vas a juzgarme, lo comprendes, Señor! "
“Y en su Dios se ha dormido, como en cojín de luna;”

Su poesía se balancea entre el Modernismo y la poesía nueva. No quiere exaltar los viejos modelos clásicos como en la época modernista y encuentra su voz de poeta en el eco de las “cosas” humildes del mundo (Bellini: 1997, 304).
“Vestía sayas pardas”
“Por sobre la sandalia rota y enrojecida”


La carencia de la maternidad la atormenta y su manera de llevarse con esa realidad cruel es de cantar a los niños a través de su poesía y de estar cerca de ellos a través de su profesión, lo de maestra.
“dulcedumbre de madre para el hijo dormido”
“canta el Padre para ella sus canciones de cuna”

Su tragedia personal se convierte en entendimiento hondo e interpretación de la tragedia humana
“Como un henchido vaso, traía el alma hecha
para volcar aljófares sobre la humanidad;”

La naturaleza, Dios, la tierra americana, la reivindicación de la hermandad americana son fuentes constantes de su inspiración. Imágenes insólitas hasta ese momento y un vocabulario con arcaísmos locales diferencian su lenguaje de poeta (Bellini: 1997, 304-306). No olvida a sus raíces, a su tierra y a su raza. No olvida que su destino era ser campesina.
“te bajaré a la tierra humilde y soleada”
“En su río de mieles, caudaloso,
largamente abrevaba sus tigres el dolor!”
“Campesina, ¡no le pides perdón!”

La literatura se transforma en un arma para promocionar sus ideas sobre la educación y la creación de jóvenes escritores. Es maestra hasta el fondo de su existencia y su humanitarismo generoso empapa su expresión artística con una ternura insuperable, que convierta sus poemas en un tesoro eterno e universal.
“La Maestra era pura.”
“La Maestra era pobre. Su reino no es humano.”
“La Maestra era alegre. ¡Pobre mujer herida!”


Su poesía es ante todo “femenina” y eso es su propia novedad (Karagueorgou-Bastea: 2001, 59). Logra de luchar, sobrevivir y destacarse en el mundo masculino de las letras de su época. Crea un espacio propio para ella y para las mujeres escritoras y poetas que van a seguir sus pasos (Garganigo: 2002, 379).

En el caso de Alfonsina Storni (1892-1938) de ascendencia italo-argentina, sus temas son principalmente el amor, la desilusión, la soledad y la muerte. Su verso puro, la libertad con la que canta al amor, su evolución métrica indican un paso de las notas románticas del Modernismo al simbolismo.
“tenme prestas las sábanas terrosas
y el edredón de musgos escardados.”
“Entonces, buen hombre,
Preténdeme blanca,
Preténdeme nívea,
Preténdeme casta.”

Alfonsina Storni es activa como mujer y no duda en mostrarlo. Su enfoque es el hombre como una “cosita” que desengaña. . Su diferencia con Mistral es que toma una posición más radical frente al mundo varonil. Es quizás la primera vez que se encuentra en la poesía latinoamericana un lenguaje que describe el hombre como un “objeto sexual”, escrito por una mujer (Karagueorgou-Bastea: 2001, 26, 59).
“Hombre pequeñito, te amé media hora.
No me pidas más.”
“Estuve en tu jaula, hombre pequeñito”
“Digo pequeñito porque no me entiendes,
Ni me entederás.”

Storni se confronta con un mundo masculino, oscuro y violento y se suicida de desamor (Karagueorgou-Bastea: 2001, 26).
“(Dios te lo perdone)”
“Déjame sola;”
“Si él llama nuevamente por teléfono
le dices que no insista, que he salido…”

Lamentablemente, aunque la poesía le sirva como un vínculo para salirse de su jaula, Storni no lo sucede y se refugia a la última salida que es el suicidio y la muerte.

Si Alfonsina Storni viviría hoy, ¿podría salvarse la vida siendo una Paquita La Del Barrio, que es un símbolo para las mujeres abusadas de América Latina? ¿El “Hombre pequeñito” de 1919 es el precursor de esa casi “folclórica” y popular Pobre pistolita que “no dispara nada, ni de vez en cuando”? La guerra de ambos contra el machismo, sus imágenes dulces y comprensivas, pero convencidas al mismo tiempo de que el mundo está lleno de Ratas de dos patas las transforman en activistas en defensa de la mujer y nos muestran que las cosas en América Latina no han cambiado radicalmente durante la última centuria y que el mundo sigue siendo caracterizado por el omnipresente poder del hombre.

Bibliografía
1.Bellini, G. Nueva historia de la literatura hispanoamericana, Madrid: Castalia, 1997
2.Garganigo, J. et al. Huellas de las literaturas hispanoamericanas, New Jersey: Pearson Education, 2002
3.Kαραγιώργου-Μπαστέα, Χ. Λογοτεχνία Λατινικής Αμερικής ΙI, Εγχειρίδιο Μελέτης, Πάτρα: ΕΑΠ, 2001
4.Paquita La Del Barrio, entrevista. Excélsior, El Periódico Latino del Condado de Orange. Disponible en www.ocexcelsior.com. Fecha de consulta 15.11.08
5.Rata de dos patas, letra y música de Paquita La Barrio. Disponible en www2.informatik.uni-muenchen.de. Fecha de consulta 15.11.08

Sunday, November 02, 2008

Σταύρος Ξενίδης: Αν εγκαταλείψω το "σανίδι" θα σβύσω...




Έτσι είχε κλείσει την κουβέντα με δυνατή αλλά και ελαφρά τρεμάμενη φωνή ακριβώς πριν 20 χρόνια ο Σταύρος Ξενίδης σε μια συνέντευξή του σε τοπική εφημερίδα της Νέας Φιλαδέλφειας, της γειτονιάς που αγάπησε και πέρασε ένα μεγάλο και σημαντικό κομμάτι της ζωής του.

Ενας άνθρωπος γεμάτος ενεργητικότητα, με παράστημα νέου αν και ήδη στα 65 του όταν έδωσε αυτήν την συνέντευξη, καλλιεργημένος, ψαγμένος, κατασταλλαγμένος, με μια αδιόρατη θλίψη που προσπαθούσε να κρύψει πίσω από την ζωντάνια του, διαφορετικός από την εικόνα που έδινε μέσα από τους ρόλους του, ένας πρωταγωνιστής της ζωής, αυτός ήταν ο Σταύρος Ξενίδης όπως τον γνώρισε για λίγες ώρες μια άβγαλτη πιτσιρίκα σε μιαν άλλη ζωή.

Οι ωραίοι άνθρωποι της γενιάς του φεύγουν ο ένας μετά τον άλλον και μας αφήνουν... πιο λίγους ίσως; Σίγουρα πιο μόνους.

Monday, October 27, 2008

Στίχοι για το Θάνατο του Πατέρα του Don Jorge Manrique




Ubi sunt qui ante nos fuerunt?

COPLAS DE DON JORGE MANRIQUE POR LA MUERTE DE SU PADRE
I
Recuerde el alma dormida,
avive el seso e despierte
contemplando
cómo se passa la vida,
cómo se viene la muerte
tan callando;
cuán presto se va el plazer,
cómo, después de acordado,
da dolor;
cómo, a nuestro parescer,
cualquiere tiempo passado
fue mejor.
II
Pues si vemos lo presente
cómo en un punto s'es ido
e acabado,
si juzgamos sabiamente,
daremos lo non venido
por passado.
Non se engañe nadi, no,
pensando que ha de durar
lo que espera
más que duró lo que vio,
pues que todo ha de passar
por tal manera.
III
Nuestras vidas son los ríos
que van a dar en la mar,
qu'es el morir;
allí van los señoríos
derechos a se acabar
e consumir;
allí los ríos caudales,
allí los otros medianos
e más chicos,
allegados, son iguales
los que viven por sus manos
e los ricos.
INVOCACIÓN
IV
Dexo las invocaciones
de los famosos poetas
y oradores;
non curo de sus ficciones,
que traen yerbas secretas
sus sabores.
Aquél sólo m'encomiendo,
Aquél sólo invoco yo
de verdad,
que en este mundo viviendo,
el mundo non conoció
su deidad.
V
Este mundo es el camino
para el otro, qu'es morada
sin pesar;
mas cumple tener buen tino
para andar esta jornada
sin errar.
Partimos cuando nascemos,
andamos mientra vivimos,
e llegamos
al tiempo que feneçemos;
assí que cuando morimos,
descansamos.
VI
Este mundo bueno fue
si bien usásemos dél
como debemos,
porque, segund nuestra fe,
es para ganar aquél
que atendemos.
Aun aquel fijo de Dios
para sobirnos al cielo
descendió
a nescer acá entre nos,
y a vivir en este suelo
do murió.
VII
Si fuesse en nuestro poder
hazer la cara hermosa
corporal,
como podemos hazer
el alma tan glorïosa
angelical,
¡qué diligencia tan viva
toviéramos toda hora
e tan presta,
en componer la cativa,
dexándonos la señora
descompuesta!
VIII
Ved de cuán poco valor
son las cosas tras que andamos
y corremos,
que, en este mundo traidor,
aun primero que muramos
las perdemos.
Dellas deshaze la edad,
dellas casos desastrados
que acaeçen,
dellas, por su calidad,
en los más altos estados
desfallescen.
IX
Dezidme: La hermosura,
la gentil frescura y tez
de la cara,
la color e la blancura,
cuando viene la vejez,
¿cuál se para?
Las mañas e ligereza
e la fuerça corporal
de juventud,
todo se torna graveza
cuando llega el arrabal
de senectud.
X
Pues la sangre de los godos,
y el linaje e la nobleza
tan crescida,
¡por cuántas vías e modos
se pierde su grand alteza
en esta vida!
Unos, por poco valer,
por cuán baxos e abatidos
que los tienen;
otros que, por non tener,
con oficios non debidos
se mantienen.
XI
Los estados e riqueza,
que nos dexen a deshora
¿quién lo duda?,
non les pidamos firmeza.
pues que son d'una señora;
que se muda,
que bienes son de Fortuna
que revuelven con su rueda
presurosa,
la cual non puede ser una
ni estar estable ni queda
en una cosa.
XII
Pero digo c'acompañen
e lleguen fasta la fuessa
con su dueño:
por esso non nos engañen,
pues se va la vida apriessa
como sueño,
e los deleites d'acá
son, en que nos deleitamos,
temporales,
e los tormentos d'allá,
que por ellos esperamos,
eternales.
XIII
Los plazeres e dulçores
desta vida trabajada
que tenemos,
non son sino corredores,
e la muerte, la çelada
en que caemos.
Non mirando a nuestro daño,
corremos a rienda suelta
sin parar;
desque vemos el engaño
y queremos dar la vuelta
no hay lugar.
XIV
Esos reyes poderosos
que vemos por escripturas
ya passadas
con casos tristes, llorosos,
fueron sus buenas venturas
trastornadas;
assí, que no hay cosa fuerte,
que a papas y emperadores
e perlados,
assí los trata la muerte
como a los pobres pastores
de ganados.
XV
Dexemos a los troyanos,
que sus males non los vimos,
ni sus glorias;
dexemos a los romanos,
aunque oímos e leímos
sus hestorias;
non curemos de saber
lo d'aquel siglo passado
qué fue d'ello;
vengamos a lo d'ayer,
que también es olvidado
como aquello.
XVI
¿Qué se hizo el rey don Joan?
Los infantes d'Aragón
¿qué se hizieron?
¿Qué fue de tanto galán,
qué de tanta invinción
como truxeron?
¿Fueron sino devaneos,
qué fueron sino verduras
de las eras,
las justas e los torneos,
paramentos, bordaduras
e çimeras?
XVII
¿Qué se hizieron las damas,
sus tocados e vestidos,
sus olores?
¿Qué se hizieron las llamas
de los fuegos encendidos
d'amadores?
¿Qué se hizo aquel trovar,
las músicas acordadas
que tañían?
¿Qué se hizo aquel dançar,
aquellas ropas chapadas
que traían?
XVIII
Pues el otro, su heredero
don Anrique, ¡qué poderes
alcançaba!
¡Cuánd blando, cuánd halaguero
el mundo con sus plazeres
se le daba!
Mas verás cuánd enemigo,
cuánd contrario, cuánd cruel
se le mostró;
habiéndole sido amigo,
¡cuánd poco duró con él
lo que le dio!
XIX
Las dávidas desmedidas,
los edeficios reales
llenos d'oro,
las vaxillas tan fabridas
los enriques e reales
del tesoro,
los jaezes, los caballos
de sus gentes e atavíos
tan sobrados
¿dónde iremos a buscallos?;
¿qué fueron sino rocíos
de los prados?
XX
Pues su hermano el innocente
qu'en su vida sucesor
se llamó
¡qué corte tan excellente
tuvo, e cuánto grand señor
le siguió!
Mas, como fuesse mortal,
metióle la Muerte luego
en su fragua.
¡Oh jüicio divinal!,
cuando más ardía el fuego,
echaste agua.
XXI
Pues aquel grand Condestable,
maestre que conoscimos
tan privado,
non cumple que dél se hable,
mas sólo como lo vimos
degollado.
Sus infinitos tesoros,
sus villas e sus lugares,
su mandar,
¿qué le fueron sino lloros?,
¿qué fueron sino pesares
al dexar?
XXII
E los otros dos hermanos,
maestres tan prosperados
como reyes,
c'a los grandes e medianos
truxieron tan sojuzgados
a sus leyes;
aquella prosperidad
qu'en tan alto fue subida
y ensalzada,
¿qué fue sino claridad
que cuando más encendida
fue amatada?
XXIII
Tantos duques excelentes,
tantos marqueses e condes
e varones
como vimos tan potentes,
dí, Muerte, ¿dó los escondes,
e traspones?
E las sus claras hazañas
que hizieron en las guerras
y en las pazes,
cuando tú, cruda, t'ensañas,
con tu fuerça, las atierras
e desfazes.
XXIV
Las huestes inumerables,
los pendones, estandartes
e banderas,
los castillos impugnables,
los muros e balüartes
e barreras,
la cava honda, chapada,
o cualquier otro reparo,
¿qué aprovecha?
Cuando tú vienes airada,
todo lo passas de claro
con tu flecha.
XXV
Aquel de buenos abrigo,
amado, por virtuoso,
de la gente,
el maestre don Rodrigo
Manrique, tanto famoso
e tan valiente;
sus hechos grandes e claros
non cumple que los alabe,
pues los vieron;
ni los quiero hazer caros,
pues qu'el mundo todo sabe
cuáles fueron.
XXVI
Amigo de sus amigos,
¡qué señor para criados
e parientes!
¡Qué enemigo d'enemigos!
¡Qué maestro d'esforçados
e valientes!
¡Qué seso para discretos!
¡Qué gracia para donosos!
¡Qué razón!
¡Qué benino a los sujetos!
¡A los bravos e dañosos,
qué león!
XXVII
En ventura, Octavïano;
Julio César en vencer
e batallar;
en la virtud, Africano;
Aníbal en el saber
e trabajar;
en la bondad, un Trajano;
Tito en liberalidad
con alegría;
en su braço, Aureliano;
Marco Atilio en la verdad
que prometía.
XXVIII
Antoño Pío en clemencia;
Marco Aurelio en igualdad
del semblante;
Adriano en la elocuencia;
Teodosio en humanidad
e buen talante.
Aurelio Alexandre fue
en desciplina e rigor
de la guerra;
un Constantino en la fe,
Camilo en el grand amor
de su tierra.
XXIX
Non dexó grandes tesoros,
ni alcançó muchas riquezas
ni vaxillas;
mas fizo guerra a los moros
ganando sus fortalezas
e sus villas;
y en las lides que venció,
cuántos moros e cavallos
se perdieron;
y en este oficio ganó
las rentas e los vasallos
que le dieron.
XXX
Pues por su honra y estado,
en otros tiempos passados
¿cómo s'hubo?
Quedando desamparado,
con hermanos e criados
se sostuvo.
Después que fechos famosos
fizo en esta misma guerra
que hazía,
fizo tratos tan honrosos
que le dieron aun más tierra
que tenía.
XXXI
Estas sus viejas hestorias
que con su braço pintó
en joventud,
con otras nuevas victorias
agora las renovó
en senectud.
Por su gran habilidad,
por méritos e ancianía
bien gastada,
alcançó la dignidad
de la grand Caballería
dell Espada.
XXXII
E sus villas e sus tierras,
ocupadas de tiranos
las halló;
mas por çercos e por guerras
e por fuerça de sus manos
las cobró.
Pues nuestro rey natural,
si de las obras que obró
fue servido,
dígalo el de Portogal,
y, en Castilla, quien siguió
su partido.
XXXIII
Después de puesta la vida
tantas vezes por su ley
al tablero;
después de tan bien servida
la corona de su rey
verdadero;
después de tanta hazaña
a que non puede bastar
cuenta cierta,
en la su villa d'Ocaña
vino la Muerte a llamar
a su puerta,
XXXIV
diziendo: "Buen caballero,
dexad el mundo engañoso
e su halago;
vuestro corazón d'azero
muestre su esfuerço famoso
en este trago;
e pues de vida e salud
fezistes tan poca cuenta
por la fama;
esfuércese la virtud
para sofrir esta afruenta
que vos llama."
XXXV
"Non se vos haga tan amarga
la batalla temerosa
qu'esperáis,
pues otra vida más larga
de la fama glorïosa
acá dexáis.
Aunqu'esta vida d'honor
tampoco no es eternal
ni verdadera;
mas, con todo, es muy mejor
que la otra temporal,
peresçedera."
XXXVI
"El vivir qu'es perdurable
non se gana con estados
mundanales,
ni con vida delectable
donde moran los pecados
infernales;
mas los buenos religiosos
gánanlo con oraciones
e con lloros;
los caballeros famosos,
con trabajos e aflicciones
contra moros."
XXXVII
"E pues vos, claro varón,
tanta sangre derramastes
de paganos,
esperad el galardón
que en este mundo ganastes
por las manos;
e con esta confiança
e con la fe tan entera
que tenéis,
partid con buena esperança,
qu'estotra vida tercera
ganaréis."
[Responde el Maestre:]
XXXVIII
"Non tengamos tiempo ya
en esta vida mesquina
por tal modo,
que mi voluntad está
conforme con la divina
para todo;
e consiento en mi morir
con voluntad plazentera,
clara e pura,
que querer hombre vivir
cuando Dios quiere que muera,
es locura."
[Del maestre a Jesús]
XXXIX
"Tú que, por nuestra maldad,
tomaste forma servil
e baxo nombre;
tú, que a tu divinidad
juntaste cosa tan vil
como es el hombre;
tú, que tan grandes tormentos
sofriste sin resistencia
en tu persona,
non por mis merescimientos,
mas por tu sola clemencia
me perdona".
FIN
XL
Assí, con tal entender,
todos sentidos humanos
conservados,
cercado de su mujer
y de sus hijos e hermanos
e criados,
dio el alma a quien gela dio
(el cual la ponga en el cielo
en su gloria),
que aunque la vida perdió,
dexónos harto consuelo
su memoria.


Jorge Manrique, 1477


Μετάφραση στα αγγλικά "The Coplas on the Death of His Father" από τον Thomas Walsh.

Ακούμε μελοποιημένο το Coplas por la Muerte de su Padre του Jorge Manrique από τον Paco Ibáñez.

Tuesday, October 14, 2008

La Bien Pagá: ένα τραγούδι-πολλοί κόσμοι

Η πολυτραγουδισμένη copla των Juan Mostazo και Ramón Perelló, La Bien Pagá (Η Καλοπληρωμένη), αγαπήθηκε ιδιαιτέρως στην Ισπανία μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο (1936-1939) και έφτασε σε εμάς πριν μερικά χρόνια, κυρίως μέσα από τις ταινίες του Almodóvar.


Antorrin Herredia - Σε ένα μουσικό καφενείο της Μαδρίτης, η φλαμένκο εκδοχή.


El Bicho - Η αγαπημένη μου εκδοχή (μετά την "αυθεντική" του Miguel de Molina, που βέβαια δεν την βρήκα σε βίντεο). Ειδικά προς το τέλος, τα δίνουν όλα!


La Shica - Θεωρείται η έκπληξη της ισπανικής pop σκηνής για το 2008, με τον πρώτο της δίσκο Trabajito de chinos.


Penélope Cruz - La Niña de tus ojos - Α καπέλα εδώ η Πηνελόπη του 1998 προσπαθεί να ξεφύγει από τον πολιορκητικό κλοιό του Γερμανού κατακτητή στην ταινία εποχής του Fernando Trueba.


Joaquín Sabina


Ojos Verdes - Miguel de Molina in memoriam


David Bastidas y la Orquesta de Laúdes Españoles Velasco Villegas de Baza (Granada)


Raquel Palma en Alcuescar (Cáceres)


Nicole Philomena


Spandinavians - Young Music Caravan 2007, Nishville Jazz Festival, Nish, Serbia


Isabel Pantoja


Marifé de Triana


Sarita Montiel


Manolo Escobar


Juan Legido y Los Churumbeles de España


Raphael - Θα μπορούσε άραγε να είναι η πεμπτουσία του κιτς αυτή η ερμηνεία; Ή απλά υπήρξε σε μια τελείως διαφορετική εποχή, που δεν θα μπορούσε να αφήσει διαχρονικό μήνυμα;


Manuel Bandera - Las cosas del querer

Aκούμε την "Καλοπληρωμένη" (La Bien Pagá) από τους:
Miguel de Molina,
Carlos Cano,
Placido Domingo,
Lola Flores,
Isabel Pantoja,
την Martirio στο Acoplados με τον Chano Domínguez
και τον Arcángel.

Πού είσαι, γη της καρδιάς μου; *



Τον Σεπτέμβριο κυκλοφόρησε η νέα δουλειά της Lila Downs με τον διπλό τίτλο Shake Away - Ojo de Culebra. Μουσικές του κόσμου, όπου η Lila θυμάται και τιμά τις ρίζες της, Σκωτία και Αμερική από την μεριά του πατέρα της, Μεξικό και προκολομβιανική καταγωγή από την μεριά της India μητέρας της. Παραδοσιακά ακούσματα της Λατινικής Αμερικής έρχονται να σταθούν δίπλα σε αμερικάνικα blues, στη jazz, ακόμα και στο hip hop. Ενδιαφέρουσα προσπάθεια, χωρίς να είμαι απολύτως βέβαιη για το πού ακριβώς απευθύνεται.

Ξεχώρισα ένα "δυνατό" ντουέτο της Lila με την Mercedes Sosa, στην Γη του Φωτός.

Lila Downs & Mercedes Sosa - Tierra de Luz

Tierra de luz
del que andará ausente,
oigo tu voz
que llora el acordeón.
Avisa a tu mama
que aunque esté muy lejos
en este rinconcito
yo la he de recordar.

Soy como el polvo
que flota por el mundo
infame y pobre,
sin pueblo y sin valor.
Soy como nube
que vaga por el cielo,
que va llorando
sin el aliento de Dios.

¿Dónde estás,
tierra de mi corazón?*
No es que yo esté llorando,
el río se desbordó.
¿Dónde estás?
Yo soy sólo un pasajero,
tierra de mi pensamiento,
conmigo vas,
conmigo vas,
conmigo vas.


*¿Dónde estás,tierra de mi corazón? - Πού είσαι, γη της καρδιάς μου;

Sunday, October 12, 2008

Libertad Lamarque

Η novia της Αμερικής Libertad Lamarque με το παιδί-θαύμα της Ισπανίας Joselito τραγουδούν το bolero του Gonzalo Roig, Quiéreme mucho.
Η σκηνή είναι από την ισπανική ταινία Bello recuerdo, γυρισμένη το 1961.



Στο προσκήνιο αυτές τις μέρες η Penélope Cruz, αφού ξεχωρίζει και χαρίζει την λάμψη της στην κατά τα άλλα αρλεκινίστικη ταινία του Woody Allen, Vicky Cristina Barcelona. Προηγούμενη ταινία της το Volver του Αlmodóvar, που ερμήνευσε συγκινητικά το ομώνυμο τραγούδι η Estrella Morente.

Εδώ το ακούμε από την Libertad Lamarque στην μεξικανική ταινία του 1952 La Loca, σκηνοθετημένη από τον Miguel Zacarías.