Μια συναυλία οδήγησε πρόσφατα τα βήματά μας στην Ανδαλουσία και συγκεκριμένα στην Μálaga. Γιατί το φλαμένκο έρχεται από τον Νοτιά και είναι μια μαγική τέχνη, όπως σωστά λέει και ο τίτλος της εκδήλωσης. Merche Esmeralda και χορός γεμάτος πάθος και ταλέντο από μια 63χρονη που η μέση της σχηματίζει ένα Π φτάνοντας σχεδόν μέχρι τα πόδια όταν σκύβει προς τα πίσω, με συνοδεία 2 κιθάρων του φλαμένκο και 2 τσιγγάνων τραγουδιστών. 45 λεπτά κατάφερε να μας κρατήσει, "πολεμώντας" μόνη της με την σκηνή, χορεύοντας με τρόπο δυνατό γεμάτο γνώση. Και μετά, Diego El Cigala. Ένας άνθρωπος γεννημένος με χάρισμα όχι μόνο φωνής αλλά και επικοινωνίας. Απλά άψογος. Με το κρασί του στο χέρι, κουβεντιάζοντας με το κοινό, σαν στοργικός "κολλητός" απένταντι στους μουσικούς, κατάφερε να δέσει με τους καλλιτέχνες που τον συνόδευσαν το κουβανέζικο son, την jazz και το flamenco με μοναδικό τρόπο. Άνετος, αν και ελαφρά κρυωμένος, έμπειρος οικοδεσπότης. Τα cds του μου φαίνονται πλέον μια φτωχή απομίμηση της ζωντανής ερμηνείας του. Με μεγάλο ατού τον πιανίστα, σώμα Οβελίξ με κεφάλι της γυναίκας του ψαρρά στον Αστερίξ και ταλέντο σε μέγεθος μενίρ. Αυτό το "τέρας" κόντεψε να κλέψει την παράσταση από τον Diego, παίζοντας όρθιος επί 20΄, σολάροντας και κάνοντας όλο το κοινό να παραληρεί. Συνδυάζουν στίχους και αποσπάσματα από το τελευταίο cd του Diego αφιερωμένο στον Picasso και τραγουδούν τις 2 Gardenias, με ρεφραίν “para ti, Picasso» Τελευταίο τραγούδι η πασίγνωστη copla La Bien Pagá. Ξαφνικά, εμφανίζεται και πάλι στη σκηνή η Merche, ντυμένη σε εκτυφλωτικό κόκκινο της φωτιάς, με το ανδαλουσιανό μαντήλι ριγμένο με τέχνη στον ώμο. Το τραγούδι μιλά για μια «καλοπληρωμένη» που κάποτε ο αγαπημένος βαρέθηκε να την πληρώνει και την αποχαιρετά με σκληρά λόγια. Η Merche λικνίζεται με σκληρή σεξουαλικότητα, κουνά τους γοφούς σε αρχαίους ρυθμούς, πραγματικά είναι απίστευτο ότι αυτή η γυναίκα είναι 63 χρόνων. Τυλίγει ελαφρά περιφρονητικά τον Diego με το μαντήλι. Το βλέμμα της διαπεραστικό. Οι μουσικοί πραγματικά «τα δίνουν όλα», για τον Diego τί να πω; Καταπληκτικός, ξεχνά το κρύωμα, ξεχνά εμάς, ζει το τραγούδι, τον ρυθμό. Στο τέλος, η Merche παίρνει το μαντήλι και αποχωρεί. Το «δέσιμο» των στίχων του τραγουδιού με τον τρόπο ερμηνείας όλων τους, ένα θέαμα αξέχαστο. Εξαιρετική παράσταση στο σύνολό της, άξιζε το ταξίδι μέχρι εκεί. Κόστος εισιτηρίου; 14 euros. Αυτές είναι οι τιμές στην Ισπανία!
Βόλτα στην Μάλαγα. Νομίζω τέταρτη σε πληθυσμό πόλη της Ισπανίας και πρωτεύουσα της Costa del Sol. Mε πρώτους κατοίκους τους Φοίνικες, στα τέλη του 8 αιώνα π.Χ. Λίγο αργότερα, ένα πέρασμα και από τους Έλληνες. Οι Καρθαγένιοι, οι Ρωμαίοι, οι Μαυριτανοί... Η Μάλαγα δε θα αποτελούσε ποτέ κύριο προορισμό ταξιδιού, αν δεν υπήρχε η συναυλία. Την περίμενα πολύ χειρότερη, πιο απρόσωπη, λόγω του έντονου τουριστικού χρώματος που την χαρακτηρίζει. Παρόλα αυτά, έχει μέρη όμορφα και με ιστορία, όπως τελικά όλες οι γωνιές του κόσμου, αρκεί ο ταξιδιώτης να θέλει να περπατήσει, να γεμίσει εικόνες, να επικοινωνήσει. Κάστρο του Gibralfaro του 11ου αιώνα, παλάτι Alcazaba του Badis, του βασιλιά «Ζiri» της Γρανάδα την εποχή των Βασιλείων της Taifa, στα μέσα του 11 αιώνα. Καθεδρικός, που έκανε σχεδόν 250 χρόνια να ολοκληρωθεί η κατασκευή του το 1782, Ρωμαϊκό Θέατρο, Μουσείο αφιερωμένο στον Picasso. Το πέρασμα των Μαυριτανών είναι πολύ έντονο και σε αυτήν την γωνιά της Ιβηρικής χερσονήσου.
Botellón στην κεντρική πλατεία της Málaga Plaza Merced, όπου βρίσκεται και το σπίτι που γεννήθηκε ο Picasso. Έχοντας διαβάσει και ακούσει πολλά για το νέο τρόπος διασκέδασης των Ισπανών (και αντίδρασης στις υψηλές τιμές γενικότερα, που βέβαια συγκριτικά με τις δικές μας είναι μια χαρά, 20-30% χαμηλότερες ανάλογα την περιοχή), που μαζεύονται στις πλατείες με ποτά και αναψυκτικά που έχουν φέρει από το σπίτι και διασκεδάζουν εκεί μέχρι τις πρωινές ώρες, ομολογώ ότι απογοητεύτηκα. Γιατί στο συγκεκριμένο botellón υπήρχε ελάχιστη συμμετοχή και καθόλου κέφι. Σε αντίθεση με την κατάσταση σε γύρω δρόμους, στα στενά της νυχτερινής ζωής της Málaga, όπου ο κόσμος έπινε, έτρωγε και κάπνιζε μέχρι τελικής πτώσης. Απαγορεύτηκε το τσιγάρο στα μαγαζιά από αρχές του χρόνου στην Ισπανία. Τα μαγαζιά χρειάζονται ειδική άδεια. ΟΚ, στα ΜΜΕ και στον κόσμο ήταν εκεί κοντά στις γιορτές των Χριστουγέννων πρώτο θέμα συζήτησης, επικρατούσε αναταραχή και αγωνία. Δεν είδα πουθενά σε αυτό το ταξίδι να μην συνεχίζουν να καπνίζουν σαν φουγάρα, παντού! Προφανώς, όλοι εφοδιάστηκαν με ειδικές άδειες και προφανώς πληρώνουν κάποιον extra φόρο.
Στο δρόμο για το Jeréz de la Frontera. Entre Ceuta y Gibraltar, όπως τραγουδά και ο Manu.
Το Gibraltar στο βάθος, αδιάφορο για την πολύχρονη "φαγούρα" Ισπανών και Άγγλων για το ποιός θα βάλει την σημαία του πάνω στον βράχο. Πολύ ακριβά τα διόδια στους καινούργιους δρόμους. Περίπου 11.50 euros για 90 χιλιόμετρα, από την Málaga με κατεύθυνση το Cádiz. Υπάρχει βέβαια και η εναλλακτική του παλιού εθνικού δικτύου, που προτιμούν οι ντόπιοι και δεν απορώ καθόλου γιατί! Σχεδόν πιο ακριβά διόδια από ό,τι στην Ιταλία!
To Jeréz ονομάζεται de la Frontera (των συνόρων) γιατί εκεί χωριζόταν η Μαυριτανική από την Χριστιανική επικράτεια. Πολλές φορές άλλαξε χέρια η πόλη κατά τη διάρκεια της Reconquista. Εντυπωσιακός ο Καθεδρικός του 18ου αιώνα, με τον πίνακα του ZurbaránLa Virgen Niña και το άγαλμα του Χριστού του 14ου αιώνα.
Στο δρόμο για επίσκεψη στις Bodegas (οινοποιείο) González Byass, ή αλλιώς Tio Pepe.
Ο κύριος λόγος για την επίσκεψή μας στο Jeréz ήταν τα bodegas και το γλυκό αυτό κρασί, το sherry (όπως το λένε οι Άγγλοι, παραφθορά λέξης μαυριτανικής προέλευσης) ή αλλιώς Jeréz (όπως το λένε οι Ισπανοί). Ο Σαίξπηρ σε πολλά έργα του αναφέρεται στο κρασί του Jeréz. 2 ποικιλίες σταφυλιών, - κυρίως το Palomino και Pedro Jiménez- είναι κατάλληλα για την παραγωγή του γλυκού αυτού κρασιού, που όμως παίρνουν την μοναδική γεύση μόνο σε αυτήν την μικρή περιοχή, στο τρίγωνο ανάμεσα στις πόλεις του Jeréz, του Puerto de Santa María και του Sanlúcar de Barrameda όπου το έδαφος είναι άσπρο σαν κιμωλία (albariza ισπανιστί) και βοηθά στο να αντέξουν τα αμπέλια τις 180 μέρες ήλιου του καυτού Ανδαλουσιανού καλοκαιριού . Οι bodegas González Byass δημιουργήθηκαν το 1835 από τον ανηψιό του Tio Pepe, Μanuel María González Angel. Κάποια στιγμή που χρειάστηκε χρήματα για να επεκταθεί, συνεταιρίστηκε με τον Άγγλο Robert Blake Byass. Σήμερα, στην ανώτατη διοίκηση και μεγαλομέτοχοι αυτής της παγκόσμια γνωστής για το κρασί και το brandy της επιχείρησης είναι οι απόγονοι 4ης και 5ης γενιάς του González.
Δυστυχώς δεν προλάβαμε να επισκεφθούμε το Μουσείο των Ρολογιών, τα Αραβικά Λουτρά και το Real Escuela Andaluza del Arte Ecuestre, με τα διάσημα άλογα του Jeréz που χορεύουν. Η Σχολή στεγάζεται σε ιδιαίτερα εντυπωσιακό οίκημα του 19ου αιώνα, σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Garnier, σχεδιαστή της Όπερας του Παρισιού.
Γιορτάζουν σήμερα οι Μεξικανοί σε όλον τον κόσμο. Εθνική γιορτή, 5 de Mayo. H επέτειος της Batalla de Puebla. Εκεί όπου ο Μεξικανικός στρατός έδωσε ένα γερό χτύπημα στην αλλαζονεία των Γάλλων αποικιοκρατών του Ναπολέοντα του 3ου.
Τον Ιούλιο του 1861 ο ρεπουμπλικάνος πρόεδρος του Μεξικό Benito Juárez, λόγω ιδιαίτερα κακών οικονομικών συνθηκών στη χώρα του αποφάσισε να διακόψει τις πληρωμές του εξωτερικού χρέους (γύρω στα 82 εκατομμύρια pesos) για 2 χρόνια. Και άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου. Τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου Γάλλοι, Άγγλοι και Ισπανοί συναντήθηκαν στο Λονδίνο και αποφάσισαν να επιτεθούν στρατιωτικά στο Μεξικό.
Γενάρη του 1862, πλοία από τις 3 συμμαχικές χώρες μαζεύτηκαν στην παραλία της Veracruz. Τον Απρίλη, Ισπανοί και Άγγλοι άρχισαν το διάλογο με τις Μεξικανικές αρχές και έκαναν στην άκρη. Όχι όμως και οι Γάλλοι, που ακόμα ζούσαν και ανέπνεαν με το όνειρο του Ναπολέοντα και μιας ακατανίκητης αυτοκρατορίας. Μετά από κάποιες μικρές αψιμαχίες στο El Fortín και στο Acultzingo στις 19 και στις 28 Απρίλη, στις 5 Μάη, ο στρατός των Γάλλων υπό το πρόσταγμα του στρατηγού Carlos Fernando Latrille, κόντε του Lorencez, βρέθηκε μπροστά στα στρατεύματα των Μεξικανών, υπό την αρχηγεία του στρατηγού Ignacio Zaragoza, που είχαν παραταχτεί στα φρούρια του Loreto και της Guadalupe. Με την βοήθεια αποσπασμάτων των Felipe Berriozábal, Miguel Negrete και Porfirio Díaz, καθώς και με τη βοήθεια των ιθαγενών της περιοχής, οι Μεξικανοί κατάφεραν να νικήσουν το γαλλικό στρατό, που θεωρείτο από τους πιο δυνατούς της εποχής σε παγκόσμιο επίπεδο. 476 νεκροί Γάλλοι και 345 τραυματίες από την μια πλευρά, 83 και 130 αντίστοιχα Μεξικανοί από την άλλη.
Τα λόγια του στρατηγού Ignacio Zaragoza προς τον Πρόεδρο Juárez έμειναν στην ιστορία. "Τα εθνικά όπλα καλύφθηκαν με δόξα". ("...Las armas nacionales se han cubierto de gloria. La armada francesa se batió con enorme valor; su general en jefe demostró torpeza en el ataque".)
Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τί μένει; Νούμερα νεκρών, τραυματιών και μια εθνική επέτειος. Ο Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ. Το δίκαιο των λαών. Τί μένει;
Βάζουμε στην "μουλινέττα" 1 μεγάλο κρεμμύδι, 2 σκελίδες σκόρδο, αρκετά καρύδια, 1/4 ματσάκι μαϊντανό, ρεγκάτο καπνιστό, 1 αυγό, ελαιόλαδο, worcestershire sauce και τα λειώνουμε. Προσθέτουμε σε 650 γρ. κιμά, μαζί με λίγο κόκκινο κρασί, αλατοπίπερο, ρίγανη, πάπρικα. Προαιρετικά μοσχοκάρυδο, κόλιανδρο.
Ζυμώνουμε καλά τον κιμά.
Κόβουμε σε ροδέλες 2 καρότα, 3 κολοκύθια και καθαρίζουμε αρκετά φύλλα σπανάκι.
Απλώνουμε στο ταψί αλουμινόχαρτο, ανοίγουμε τον κιμά σαν φύλλο και γεμίζουμε στο κέντρο κατά μήκος με τα καρότα, τα κολοκύθια και το σπανάκι.
Με τη βοήθεια του αλουμινόχαρτου κλείνουμε το ρολό και "κολλάμε" με τα χέρια πιέζοντας τις άκρες του.
Ψήνουμε στους 220ο για 1.5 ώρα. Ελέγχουμε αν είναι έτοιμο το ρολό.
Στη διάρκεια του ψησίματος ρίχνουμε λίγο νερό στο ταψί για να μην μυρίζει άσχημα το λίπος που καίγεται.
Λειώνουμε βούτυρο στην κατσαρόλα, προσθέτουμε blue cheese και αραιωμένο εβαπορέ.
Αν χρειαστεί, δένουμε με λίγo corn flour τη σάλτσα.
Σερβίρουμε κομμένο σε φέτες με τη σάλτσα δίπλα. Προσωπικά το προτιμώ χωρίς τη σάλτσα, ιδίως όταν έχει "μείνει" λίγες ώρες αφού βγει από το φούρνο.
- 4 μπουτάκια κοτόπουλου, στρουμπουλά και όχι πολύ περπατημένα - 2 ρίζες φινόκιο - ελαιόλαδο - ούζο - ξίδι βαλσαμικό - garam masala - αλάτι - πιπέρι - ρίγανη - σκόρδο
Σωτάρουμε τα μπουτάκια στο λάδι, μαζί με ψιλοκομμένο σκόρδο και ρίζες φινόκιο, καθώς και με garam masala τόσο όσο μας ταιριάζει στην γεύση. Σβήνουμε με μπόλικο ξίδι. Προσθέτουμε νερό και τα μπαχαρικά. Σε 35-40' το φαγητό είναι έτοιμο. Λίγο ούζο στο τέλος για να είναι πιο δυνατή η γεύση. Αν θέλουμε να δέσουμε τη σάλτσα και βαριόμαστε αλεύρι, corn flour κλπ, 3 κουταλιές σούπες εβαπορέ κάνουν μια χαρά την ίδια δουλειά, στο περίπου. Αρωματικό πολύ, ακατάλληλο για όσους δεν τους αρέσει το ούζο.
* Εργασία για τον ισπανικό κινηματογράφο την εποχή του Φράνκο. Δουλειές με φούντες. Κάτι όμως έπρεπε να φάμε, γρήγορο, εύκολο, νόστιμο. Προέκυψαν τα μπουτάκια.
Διπλανό σπίτι. Εκ δεξιών. Της θείας. Που από τότε που έμεινε χήρα, δεν το κατοικεί. Έχει όμως επιτρέψει σε δύο γείτονες χατιρικά (κακώς!) να παρκάρουν τα αυτοκίνητά τους στην αυλή της. Ή μάλλον δεν έχει μπορέσει να πει όχι. Ο ένας (ας τον ονομάσουμε ο απέναντι) το έχει μόνιμα σκεπασμένο γιατί είναι καινούργιο, ο άλλος (ο δίπλα της) παρκάρει μπροστά του και το χρησιμοποιεί τακτικά, αλλά όχι καθημερινά.
Έξω από την πόρτα του γκαράζ-κήπου, σήμερα παρκάρει το παλιό του αυτοκίνητο ο απέναντι. Κακώς, γιατί βλέπει ότι ο άλλος έχει ήδη μέσα το δικό του. Είναι -είπαν μετά- άρρωστος ο δίπλα και δεν το χρησιμοποιεί αυτές τις μέρες. Η δικαιολογία. (Γενικά, γίνεται μία κόλαση μέσα και έξω από αυτόν τον κήπο-πάρκινγκ, κλείνουν το πεζοδρόμιο, φέρνουν την αστυνομία, την τροχαία, την δημοτική αστυνομία, κυρίως ο δίπλα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Γιατί η θεία απλά τους το παραχωρεί χωρίς χαρτιά, χωρίς έσοδα. Κανείς τους δεν έχει νόμιμη άδεια και δεν ξέρουν ούτε ότι η θεία έχει νόμιμη είσοδο πάρκινγκ.)
Ακούω από το γραφείο μου κορναρίσματα επί 10΄τουλάχιστον. Φαντάζομαι ότι κάποιος έχει κλείσει κάποιον και συνεχίζω την δουλειά μου. Παύση για λίγο και στην συνέχεια θόρυβος από λαμαρίνες. Βγαίνω στο μπαλκόνι και τί να δω; Ο δίπλα, που είναι στο αυτοκίνητό του μέσα στο πάρκινγκ, έχει ανοίξει την γκαραζόπορτα και έχει αρχίσει να χτυπά σαν τρελλός με το αυτοκίνητό του (μπακατέλες μεγάλες παλιές και τα δύο εμπλεκόμενα οχήματα) το αυτοκίνητο του απέναντι, ευτυχώς αυτό που του κλείνει την έξοδο και όχι το καινούργιο παρκαρισμένο από πίσω του.
Από κει και οι φωτογραφίες.
Δύο γάϊδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα. Μαζεύεται κόσμος, τροχαία, μηχανές, περιπολικά και η ιστορία θα λήξει μάλλον εδώ, γιατί ο απέναντι είναι αλλοδαπός και φοβάται τον δίπλα που είναι τρελλός. Παρά τρίχα να μπλεχτεί και η θεία, ένας από τους αστυνομικούς την κατηγορεί που αφήνει το σπίτι της στους ξένους έρμαιο.
Τί όμορφος κόσμος!
ΥΓ. Εμείς μπορεί να κάνουμε 10 γύρους, αλλά εκεί το αυτοκίνητό μας μετά από πολλές παρόμοιες ιστορίες αποφασίσαμε να μην το βάζουμε. Με τους αλήτες ή πρέπει να οπλοφορείς και να γίνεσαι χειρότερος για να επιβιώσεις, ή πρέπει να τους αποφεύγεις. Επιλέξαμε τον δεύτερο δρόμο, γιατί τα όπλα τα αφήσαμε κάπου στην Κολομβία... μαζί με τα πτώματα. Δυστυχώς, σκέφτομαι καμιά φορά, αλλά μετά συνέρχομαι.
El segundo espectáculo del ciclo Flamenco Viene del Sur titulado ‘Por arte de magia’, corre a cargo de dos grandes figuras de la máxima proyección en este singular arte: Merche Esmeralda y Diego El Cigala, que ofrecerán al público una actuación que promete ser memorable. Merche Esmeralda: clasicismo y gracejo, impronta y solera; quietud de aire ensimismado. Es el baile de mujer por antonomasia de su Sevilla de primaveras y azahares que se hace acompañar en Málaga de artistas de su categoría que vienen a afianzar el nivel y la clase a la que nos tiene acostumbrados en un espectáculo largamente ansiado y al que se incorpora uno de los cantaores del momento: Diego El Cigala.
Μην ξεχνάς ότι εγώ σε έβγαλα από τα σκουπίδια, για να έρχεσαι τώρα και να μου το παίζεις μεγάλος και τρανός... Μην ξεχνάς ότι εσύ εκείνο τον καιρό δεν άξιζες δεκάρα, ήσουν χειρότερα και από σκύλο, χωρίς σπίτι και χωρίς αφέντη και –κυρίως- χωρίς αγάπη... Μην ξεχνάς ότι χάρη σε εμένα βρέθηκες με 3 πιάτα φαγητό, γιατί εγώ σου πρόσφερα χώρο στο σπιτικό μου, μέσα από την καρδιά μου. Τώρα όμως καταλαβαίνω ότι ποτέ δεν έπρεπε να έχω μοιραστεί το στρώμα μου μαζί σου. Γιατί δεν είχες κλάση και ήσουν και κακός εραστής όταν έκανες έρωτα. Και τώρα έρχεσαι και μου κοκορεύεσαι ότι έχεις 1000 γυναίκες από εδώ κι από εκεί... Αγαπημένε, αν δεν σε ήξερα καλύτερα, μπορεί και να το πίστευα! Αφού ποτέ δεν κατάφερες να με κάνεις ευτυχισμένη, ποτέ δεν θα πάψεις να είσαι άχρηστος. Γι αυτό, καλύτερα γύρνα πίσω στην γωνιά σου, πίσω στα σκουπίδια. Από κει σε μάζεψα και από κει ποτέ δεν θα καταφέρεις να ξεφύγεις!
Αν με κουβάλησες στο κρεββάτι σου για να κοιμηθούμε, έπρεπε να μου το έχεις πει, για να μην κάθομαι να φανατασιώνομαι και να γουστάρω ένα φτωχό ζουζούνι. Για να κοιμάμαι έχω κρεββάτι, πιο μεγάλο και πιο ζεστό... Εσύ ρίχνεις τζούφιες σφαίρες, δεν πυροβολείς με τίποτα, καημένο πιστολάκι. Όλη την νύχτα την πέρασα ελπίζοντας, κάνοντας όνειρα μοναχούλα όσο εσύ ροχάλιζες! Καημένο πιστολάκι, δεν πυροβολείς τίποτα, ούτε μια φορά στο τόσο! Με ακούς άχρηστε; Πόσο σκληρή ήταν η φύση μαζί σου! Και μην γυρνάς από δω και από κει κάνοντας το κοκοράκι, ότι είσαι πολύ θερμός. Σκέτα παραμύθια και ιστορίες για αγρίους. Εσύ δεν αντέχεις τίποτα, είσαι μόνο ο Ωραίος Κοιμώμενος! Όλη την νύχτα την πέρασα ελπίζοντας, κάνοντας όνειρα μοναχούλα όσο εσύ ροχάλιζες! Καημένο πιστολάκι, δεν πυροβολείς τίποτα, ούτε μια φορά στο τόσο!
Τις προάλλες τρώγαμε στον Μεξικανό με την φίλη Nadya από την Tamaulipas και τους συντρόφους μας, όταν έκανε την εμφάνισή του ένας άνδρας ντυμένος mariachi, ακαθορίστου ηλικίας και με ακόμα πιο ακαθόριστες τραγουδιστικές και καλλιτεχνικές προθέσεις και ικανότητες. Το στερεοφωνικό χαλασμένο να γρυλλίζει και ο έτοιμος να σβήσει σαν κεράκι στον βοριά «τραγουδιστής» να παριστάνει ότι γρατζουνά την κιθάρα και ότι τραγουδά, θα μπορούσε να είναι ενοχλητικό ή αστείο, αν δεν έκρυβε μία έντονη θλίψη το θέαμα, για το τί αναγκαζόμαστε να κάνουμε προκειμένου να επιβιώσουμε.
- Θέλω να τραγουδήσω, μου ήρθε ξαφνικά φαεινή ιδέα, στην προσπάθεια να βελτιώσουμε (;) το μουσικό μέρος της βραδιάς.
- ¿De veras? Αλήθεια; ρώτησε με πονηρό βλέμμα η Μεξικάνα φίλη. Να πούμε στον mariachi να σε συνοδεύσει.
Με τα πολλά, ο «τραγουδιστής» που ήταν από το Περού, δεν είχε ιδέα από τραγούδια της «καντίνας», από rancheras και τραγούδια του «πιοτού». Το μόνο που βρήκαμε κοινό ήταν η Ιστορία Μιας Αγάπης, που την καλύτερη εκδοχή της την έχει τραγουδήσει ο Lili Boniche στα αλγερίνικα. Όταν ξεκίνησε ο «μαέστρος», που προφανώς ήξερε τόση κιθάρα όσο εγώ μαθηματικά (δηλαδή κάτω από το 0), παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της Nadya και τις δικιές μου, εγκαταλείψαμε πολύ γρήγορα τον αγώνα, γιατί το αποτέλεσμα ήταν ... Ολυμπιακός-Ηρακλής Ψαχνών 0-10.
- Πού να του ζητούσα να παίξει και κάτι από την Paquita, γύρισα και ψιθύρησα στην φίλη μου.
- ¿Me estás oyendo inútil?(με ακούς άχρηστε;) μου απάντησε και σκάσαμε και οι δύο στα γέλια. Τα «παληκάρια» έτρωγαν τις tortillas τους κοιτώντας μας παραξενεμένα.
- Για την Paquita μιλάμε αγάπη μου, εξήγησα στον καλό μου πριν προλάβουν να μας ρωτήσουν γιατί είχαμε ξεκαρδιστεί στα γέλια.
- Ποιά είναι αυτή; ρώτησε ο σύντροφος της Nadya, που δεν έχει ακόμα καταλάβει ότι η γυναίκα του κουβαλά πίσω και μέσα της ένα σπουδαίο πολιτισμό.
- Άστο, μεγάλη ιστορία, του απάντησε ο δικός μου. Εβίβα! Ωραίο κρασί!
Την Paquita την ακούσαμε με την Citronella για πρώτη φορά να τραγουδά για τα "σκουπίδια" στην πιο ενδιαφέρουσα μεταμεσονύχτια εποχή που "έπαιζε" τότε, στις παλιές καλές μέρες του KOSMOS 9.36. Όταν ακόμα στο forum και στο chat του σταθμού αντάλλασσαν πληροφορίες για τα μουσικά δρώμενα -και όχι μόνο- οι μουσικοί παραγωγοί με τους ακροατές και τους εραστές της παγκόσμιας μουσικής, πριν γίνουν όλα έρμαιο των φρικιών του διαδικτύου. Εκεί λοιπόν που απολαμβάναμε μουσική "διαφορετική", γιατί ο Triv (κατά κόσμον Νίκος Τριβουλίδης, σύμφωνα με ανεξακρίβωτες δημοσιογραφικές πηγές!?) τολμούσε να "παίξει" ακόμα και το αηδόνι των συνόρων του Μεξικό, την Lydia Mendoza του 30 καθώς ψάχνει πολύ αυτό που κάνει και σέβεται τους ακροατές του, ξαφνικά πήρε το αυτί μου τα σκουπίδια! Λέξη ασυνήθιστη για τα pop πρότυπα τραγουδιών, αλλά αγαπημένη στην Λατινική Αμερική. Basuras. Στην πορεία, διάβαζα ιστορία της Ισπανίας για εξετάσεις, με χαμηλή μουσική υπόκρουση κάποιων cds που μόλις μου είχε στείλει ένας καλός φίλος, όταν ξαφνικά πάλι κάτι τράβηξε την προσοχή μου. Αύξησα την ένταση, δεν μπορεί, δεν είχα ακούσει καλά, είχα θολώσει από το διάβασμα; Ένα μικρό πιστολάκι που δεν πυροβολούσε με τίποτα. Τί εννοούσε; Ένας άλλος κόσμος. Λόγια που εδώ θα μας έκαναν να γελάσουμε και να τα θεωρήσουμε κιτς. Λόγια προβλητικά, άγρια, λυσσασμένα. Αλλά τραγουδισμένα με μεξικανικό φολκλορικό χρώμα, στα όρια. Τελικά, γράφοντας αυτές τις γραμμές συνειδητοποιώ ότι δεν περιγράφονται τα τραγούδια της Paquita, πρέπει κανείς να γνωρίζει την γλώσσα και να μπορεί να συμμετάσχει για λίγο έστω σαν καλοπροαίρετος παρατηρητής στο όλο σκηνικό, για να μπορέσει να καταλάβει πού απευθύνονται, για τί μιλούν.
Γεννημένη στις 2 κάποιου Απρίλη στο χωριουδάκι του Alto Lucero στην Veracruz, η Francisca Viveros Barradas, γνωστή με το καλλιτεχνικό της όνομα σαν η "Paquita Της Γειτονιάς", ήδη μετρά πάνω 3 δεκαετίες μουσικής πορείας και περισσότερα απο 100 τραγούδια όπου εκφράζει τον καημό και τα βάσανα που υποφέρουν οι απατημένες και παρατημένες από το σύντροφό τους γυναίκες. «Ποντίκι με δυο πόδια», “Καημένο Πιστολάκι», «Χαιρέτα μου τον πλάτανο (ελεύθερη μετάφραση!)», «Τρεις φορές σε κεράτωσα» είναι τίτλοι θεμάτων-τραγουδιών που μετατράπηκαν σε ένα είδος ύμνου ενάντια στον βαθειά ριζωμένο machismo της λατινοαμερικάνικης κοινωνίας.
H Paquita la del Barrio έχει μετατραπεί σε σύμβολο στην Λατινική Αμερική για χιλιάδες γυναίκες που έχουν ταυτιστεί με τη ζωή και τα τραγούδια της, όπου εκφράζει την απέχθεια και την οργή για την ανδρική προδοσία. Η Μεξικάνα καλλιτέχνιδα έχει μεγαλύτερο ερμηνευτικό χάρισμα και συναίσθημα από μια τραγουδίστρια της ροκ, όπου η δύναμη στην ερμηνεία είναι απολύτως απαραίτητη για να μεταδωθεί το μήνυμα. Γιατί το τραγούδι της το σαρώνει ο πόνος της ζωής, όπως λέει και η ίδια. Η ίδια πάντως διαβεβαιώνει ότι δεν μισεί τους άνδρες. Τραγουδά μόνο για αυτούς τους ξεδιάντροπους που δεν σέβονται μία γυναίκα. Λέει ότι τραγουδά μόνο για καταστάσεις που έζησε, για γεγονότα που χάραξαν και πλήγωσαν την ψυχή της.
Ζόρικη ζωή, από την αρχή ξεκίνησε με προδοσίες. Ο πρώτος της άνδρας, 44 χρόνων όταν η Paquita στα 15 της ζαλίστηκε από τις χάρες του και τον ερωτεύθηκε τρελλά... Έμεινε έγκυος, παντρεύτηκε και πολύ γρήγορα ανακάλυψε ότι εκείνος είχε ήδη άλλη μια οικογένεια σε διπλανό χωριό. Χωρίς οικονομική στήριξη και όντας ακόμα ανήλικη, δεν κατάφερε να τον εγκαταλείψει και συνέχισε να ζει κάτω πλέον από τις συνθήκες της διπλής ζωής του συντρόφου. Όταν τον εγκατέλειψε 7 χρόνια αργότερα, είχε ήδη άλλα δύο παιδιά μαζί του. Για τον δεύτερο άνδρα της έχω αντιφατικές πληροφορίες. Κάποιες λένε ότι και εκείνος της έκρυψε ότι δεν ήταν μονογαμικός, καθώς και ότι είχε ήδη μια δωδεκάχρονη κόρη. Βρε τί έκαναν οι άνδρες πριν 20-30 χρόνια στο Μεξικό! Και ότι άλλη μια φορά εξαπατημένη, η Paquita μάζεψε τα παιδιά της και αποχώρησε. Πρόσφατα όμως διάβασα ότι τελικά έζησε μαζί του 30 χρόνια μέχρι που τους χώρισε ο θάνατος. Και ότι την βοηθούσε πολύ στην συγγραφή και στην επιλογή των τραγουδιών της...
Παρά τη δηκτικότητα και την επιθετικότητα που έχουν τα τραγούδια της, λέει δημόσια ότι ξέρει να συγχωρεί και ότι οι “machos” που θέλουν να κατακτήσουν την καρδιά της μπορούν να κοιμούνται ήσυχοι, γιατί θα τους δωθεί σίγουρα και μια δεύτερη ευκαιρία. Το σίγουρο είναι ότι έχει μετατρέψει την οργή, την απάτη, τον πόνο και την μοναξιά σε τέχνη, σε τραγούδι-έμβλημα. Πιστεύει όμως (;) ότι με τα λόγια των τραγουδιών της μπορεί οι «hombres malvados» (κακοί άνδρες) να μετανοήσουν.
Ο πρώτος της σύζυγος* είναι αυτός που άκουσε για πρώτη φορά την φράση που την έχει κάνει διάσημη σε όλη την Λατινική Αμερική: ¿Me estás oyendo, inútil? (Με ακούς, άχρηστε;) Τί είναι λοιπόν ένας inútil για την Paquita; «Ένας αδιόρθωτος ψεύτης, ένας καλός για το τίποτα» συνηθίζει να λέει. Το περίεργο είναι ότι όταν φωνάζει αυτήν την ερώτηση στο μαγαζί της ή στις συναυλίες της, οι άνδρες απαντούν! Αν και έχει πάντα αέρα σοβαρό και μελαγχολικό, εξακολουθεί να «στολίζεται» με τα λουσάτα φορέματα που προτιμούν οι «λαϊκές» τραγουδίστριες και να προσέχει την εμφάνισή της (αν εξαιρέσει κανείς τα δεκάδες παραπάνω κιλά που την συνοδεύουν...). Λέει ότι μπορεί να μοιάζει σκληρή δυναμική, μέσα της όμως πληγώνεται εύκολα και κλαίει συχνά. Πληθωρική Μεξικάνα, να μια λέξη που την περιγράφει με αρκετή ακρίβεια.
Στις συναυλίες της η Paquita la del Barrio συγκινεί το κοινό της, αυτό το πλήθος που αλοίφει τις πληγές του με μελωδίες που του θυμίζουν τον πόνο του. Η Paca «ζει» στις καντίνες, στα μπαρ και στα μικρά φτωχικά μαγαζιά της γειτονιάς, αλλά και σε συναυλιακούς χώρους, σε πλατείες, σε μουσικές εκδηλώσεις στο εξωτερικό. Αυτό που έχει σημασία γι αυτήν είναι να σπάσει το κατεστημένο, να ξεφύγει από την πεπατημένη, να ρίξει όπως λέει λεμόνι στις πληγές της καρδιάς και μετά μια γερή γουλιά τεκίλας. Θέλει να μεθύσει το κοινό της από την περιφρόνηση των στίχων, να το κάνει να ουρλιάζει μέχρι να καεί στην κόλαση της μοναξιάς. Αυτό είναι το παιχνίδι της, αυτά είναι τα τραγούδια της. Λεκτικές σφαλιάρες, αισθηματικές telenovelas, γεμάτες με απελπισμένες φωνές, πνιγμένες στον πόνο από τις πολλές απουσίες. Γι αυτό και είναι τραγουδίστρια popular, τραγουδίστρια του λαού δηλαδή, όπως λένε στο Μεξικό. Γιατί απευθύνεται σε ένα λαό που τις τελευταίες δεκαετίες «τρέφεται» και "εκπαιδεύεται" από τις ρομαντικές σαπουνόπερες και τα ξένα τηλεοπτικά βάσανα που πάντα τα νοιώθει σαν δικά του.
Είναι ένα «αισθηματικό» κεφάλαιο για ένα λαό που καταφεύγει και εκτονώνεται στο εύκολο κλάμμα. Τεντώνει το δάχτυλο, δείχνοντας ένα φανταστικό εχθρό και φωνάζει ανάμεσα στα τραγούδια της, με σκληρές αλήθειες στην υπερβολή τους, που πονάνε. Φράσεις που κάνουν τις γυναίκες να ουρλιάζουν εκστασιασμένες και τους άνδρες –που δεν είναι λίγοι όσοι την παρακολουθούν να τραγουδά- να χαμογελούν ελαφρώς νευρικά. «Εγώ δεν είμαι μια όποια κι όποια, γιατί έχω έναν άνδρα πιο άνδρα από σένα», φωνάζει. Παρομοιάζει αυτούς που κοροϊδεύουν και απατούν τις γυναίκες τους με ποντίκια με δυο πόδια. «Υπάρχουν άχρηστοι που κρύβονται ακόμα και εδώ, ανάμεσά μας», τραγουδά και κοιτά προς το κοινό με διαπεραστικό βλέμμα. Οι δίσκοι της πωλούνται σαν φρέσκο ζεστό ψωμί, οι καντίνες γίνονται οι βωμοί που την προωθούν, οι παρατημένες γυναίκες δεν είναι πια μόνες τους, γιατί έχουν την Paquita συντροφιά για να πνίξουν τον καημό τους για “las pobres pistolitas” (τα μικρά πιστολάκια).
Με την Nelly, ένα από τα πέντε εγγόνια της
Προτιμά τις συναυλίες και το τραγούδι μπροστά στο κοινό, αντί για την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Παραμένει απλή, αυτή είναι μία από τις μεγάλες διαφορές της με τους συναδέρφους της, ποτέ δεν πήραν τα μυαλά της αέρα από την δημοσιότητα και αυτό ο κόσμος της το αναγνωρίζει και το ανταποδίδει με την αγάπη και την θέρμη του. Το μαγαζί της (και σπίτι της ταυτόχρονα!), το διάσημο cabaret-restaurant “La Casa de Paquita La Del Barrio” στην πολυσύχναστη γειτονιά του Guerrero (πολεμιστής) στην πόλη του Μεξικό (La casa de Paquita la del Barrio, Zarco 202, col. Guerrero, Entre Luna y Estrella, Tel. 55 83 81 31, Centro de la canción gozosa y el despecho), είναι πάντα γεμάτο από κόσμο. Ο Enrique Bunbury, σύγχρονο είδωλο της Μεξικανικής ροκ σκηνής, δηλώνει ότι το μαγαζί της Paquita είναι το αγαπημένο του γιατί έχει καλές τιμές! Και γιατί του αρέσει αυτό το περιβάλλον που θυμίζει καρναβάλι, αυτή η μικρή γωνιά του κόσμου όπου η Paquita είναι η Βασίλισσα.
Κάθε εμφάνισή της στο κοινό, η Paquita la del Barrio την κλείνει με τραγούδια που μιλούν για ελπίδα. Ανοιχτό Βιβλίο. Προτρέπει να ανοίξει η καρδιά, για να περιμένουν οι «απατημένοι» και «παρατημένοι» μια νέα σελίδα αγάπης που θα «γράφει όμορφα». Όμως, για την Paca η αγάπη πάντα προκαλεί πόνο, γι αυτό και η ίδια νοιώθει ότι έχει εισπράξει μεγάλο μέρος και από τα δύο, περισσότερο ίσως από όσο άντεχε. Αγάπη λοιπόν που αναπόφευκτα θα μετατραπεί σε πόνο που θα βρίσκεται να τραγουδά πάντα μια Paquita, για να κλείσουν πιο γρήγορα οι πληγές, για να εξορκιστεί η απάτη στη λησμονιά, πόνο που γίνεται τραγούδι ακόμα και σήμερα, σε κάποια μέρη του κόσμου... Ενός άλλου κόσμου.
* Είδες που την λύσσαμε τελικά την απορία της ακροάτριας που έψαχνε να βρει ποιός κρύβεται πίσω από τα basuras Nick?
Έχοντας αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στην έρευνα για τη ζωή και το θάνατο του Salvador Allende από τα τέλη της δεκαετίας του 60, ο Αργεντινός δημοσιογράφος Rodolfo Quebleen κατάφερε να γράψει ένα μονόλογο εμπνευσμένο από τις τελευταίες στιγμές του Χιλιανού Προέδρου και να τον κάνει θεατρικό έργο το οποίο ανεβαίνει σήμερα στην Νέα Υόρκη.
Ο πρωταγωνιστής Κολομβιάνος Ramiro Sandoval, σκηνοθετημένος από τον συμπατριώτη του Germán Jaramillo (που πρωταγωνίστησε στο ρόλο του ομοφιλόφυλου συγγραφέα στην Παναγία των Δολοφόνων) στο "Allende - Ο Θάνατος ενός Προέδρου" μας μεταφέρει ό,τι θα μπορούσε να έχει περάσει από το μυαλό του Allende λίγο πριν το θάνατό του στις 11 Σεπτέμβρη του 1973, όταν έγινε το στρατιωτικό πραξικόπημα από τον στρατηγό Augusto Pinochet. Τις στιγμές της κρίσης, της ευτυχίας και της απελπισίας.
Το έργο, γραμμένο αρχικά στα ισπανικά, παρουσιάζεται τελικά στα αγγλικά με την ελπίδα να έχει μεγαλύτερη προβολή. Ο συγγραφέας ελπίζει ότι η ιστορία του διάρκειας 80 λεπτών, θα τραβήξει το ενδιαφέρον του κοινού γιατί πρόκειται για ένα θέμα που εξακολουθεί να είναι επίκαιρο. Αναφέρεται μάλιστα και στην εμπλοκή του Προέδρου των ΗΠΑ Richard Nixon στο πραξικόπημα, επειδή δεν θεωρούσε αποδεκτό ένα σοσιαλιστή στη θέση του Προέδρου της Χιλής. Ισχυρίζεται επίσης ότι ποτέ δεν διευκρινίστηκε αν ο Allende αυτοκτόνησε ή αν δολοφονήθηκε από τους στρατιωτικούς.
Το ανέβασμα της παράστασης χρηματοδότησαν ο συγγραφέας και ο σκηνοθέτης, μαζί με το Theater for the New City στο Μανχάτταν, όπου και θα γίνει η επίσημη πρώτη σήμερα, ύστερα από 2 χρόνια προετοιμασιών. Ο σκηνοθέτης σχολίασε στην συνέντευξη τύπου ότι τώρα είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για το ανέβασμα μίας παράστασης για τον Allende, καθώς στην Χιλή η Michelle Bachelet είναι πλέον η πρώτη γυναίκα Πρόεδρος, και η δίκη του Pinochet έχει μεγάλη διεθνή απήχηση. Στόχος μετά την επίσημη πρώτη είναι να παρουσιαστεί το έργο σε πανεπιστήμια, φεστιβάλ και διεθνείς διοργανώσεις.
Ο κολομβιανός Ramiro Sandoval ενσαρκώνει τον Χιλιανό Πρόεδρο στις τελευταίες στιγμές της ζωής του.