Thursday, January 29, 2009

Ελέφαντες: πουρές και κοκκινιστοί

Αρκετοί από εμάς θυμόμαστε με νοσταλγία τον νοστιμότατο πουρέ φασολιών που συνόδευε τα πιάτα του πρώτου μεξικάνικου εστιατορίου στην Κηφισιά, κάπου γύρω στο 1985. Η ποιότητα των πιάτων αλλά και η ποσότητα των μερίδων δυστυχώς έχουν μπει σε περιόδους ισχνών αγελάδων και έτσι πριν λίγες μέρες -σε μια επίσκεψή μας στο συγκεκριμένο εστιατόριο μετά από 5 χρόνια αποχής- χρειάστηκε να ζητήσουμε επίμονα τον πουρέ και να μας τον σερβίρουν ξεχωριστά, αφού πλέον τον έχουν μεν αφαιρέσει από συνοδευτικό στα πιάτα τους, αλλά όχι και από τον παραπλανητικό κατάλογο στον οποίο εξακολουθεί να αναγράφεται.

Ευκαιρία να φτιάξουμε στο σπίτι τον δικό μας πουρέ που θα συνοδεύσει τις τορτίγιας, τα μπουρίτος και τα τάκος μας. Και μόνος του όμως, τρώγεται ευχάριστα! Το συγκεκριμένο πιάτο το έφτιαξα με ελέφαντες Καστοριάς και όχι με τα red kidney beans που συνηθίζεται, το αποτέλεσμα όμως ήταν εξίσου ικανοποιητικό.

Για μία νύχτα άφησα 400 γρ.ελέφαντες στο νερό να φουσκώσουν, τα σούρωσα το πρωί και τα έβρασα 22' στην χύτρα ταχύτητας με αρκετό νερό. Τα μισά τα χρησιμοποίησα για τον πουρέ και τα υπόλοιπα τα μαγείρεψα όπως τους γίγαντες κοκκινιστά στην κατσαρόλα όμως, δεν ολοκλήρωσα το ψήσιμο στο φούρνο.
Συγκεκριμένα, σε μεγάλη κατσαρόλα σώταρα αρκετά κρεμμύδια χονδροκομμένα και λίγες σκελίδες σκόρδο με αρκετό ελαιόλαδο και αφού πήραν ελαφρύ χρώμα, έσβησα με κόκκινο κρασί και έριξα ντομάτα τριμμένη στον τρίφτη συσκευασμένη. Πρόσθεσα τα φασόλια, λίγο ζεστό νερό, worcestershire sauce, αλάτι, πιπέρι, πέρι πέρι, ρίγανη, ζάχαρη, μοσχοκάρυδο και προς το τέλος ψιλοκομμένο μαϊντανό και άφησα να μελώσει η σάλτσα.

Οσο για τον πουρέ, έγινε ακόμα πιο εύκολα.
Πρόσθεσα σε μια κατσαρόλα τα υπόλοιπα 200 γρ. ελέφαντες, 3 μεγάλα κρεμμύδια χονδροκομμένα, λίγο ελαιόλαδο, νερό να τα σκεπάζει και ένα κύβο βοδινού. Αλατοπίπερο, τσίλις, γαρύφαλλο, κόλιανδρο και τζίντζερ σκόνη, πάπρικα, μοσχοκάρυδο, θυμάρι και τα άφησα να σιγοβράσουν για 45'. Τα έλειωσα στο μούλτι και ξαναέριξα στην κατσαρόλα σε πολύ χαμηλή φωτιά, για 5'. Ετοιμος ο πουρές, αρωματικός και ελαφρά καυτερός.
Ισως αν πρόσθετα λίγο νερό ακόμα και κρέμα γάλακτος, να γινόταν μια συμπαθητική σούπα. Ετσι πάντως, αν είναι αρκετά αραιός, τρώγεται και σαν ντιπ με νατσος.

Tuesday, January 20, 2009

Το κάπνισμα μας φέρνει ... πιο κοντά


Το κάπνισμα μας φέρνει ... πιο κοντά
, μας υπενθυμίζουν "διακριτικά" στο διαφημιστικό αναπτήρα τους οι ιδιοκτήτες Γραφείου Κηδειών σε κάποιο παραθαλάσσιο θέρετρο της Αττικής.


Εξαιρετικό χιούμορ, επιτέλους!

ΥΓ. Χρόνια Πολλά Μαξ!

Monday, January 19, 2009

Όταν ένας φίλος φεύγει...


Στη συναυλία - αφιέρωμα για τα 30 χρόνια μουσικής καριέρας του βενεζολάνου Oscar D'León, θα ήταν καταπληκτική η εκτέλεση αν δεν φώναζε τόσο πολύ στο ντουέτο η συμπατριώτισσά του κουκλάρα Kiara. Στην τρομπέτα -ποιός άλλος;- ο κορυφαίος κουβανός τρομπετίστας Arturo Sandoval.

Το τραγούδι του Alberto Cortez, ένας αποχαιρετισμός.

"Όταν ένας φίλος φεύγει αφήνει πίσω ένα κενό,
που δεν μπορεί να γεμίσει ο ερχομός άλλου"

Cuando un amigo se va
queda un espacio vacío,
que no lo puede llenar
la llegada de otro amigo.

Cuando un amigo se va
queda un tizón encendido
que no se puede apagar
ni con las aguas de un río.

Cuando un amigo se va
una estrella se ha perdido,
la que ilumina el lugar
donde hay un niño dormido.

Cuando un amigo se va
se detienen los caminos
y se empieza a rebelar,
el duende manso del vino.

Cuando un amigo se va
galopando su destino,
empieza el alma a vibrar
porque se llena de frío.

Cuando un amigo se va
queda un terreno baldío
que quiere el tiempo llenar
con las piedras del hastío.

Cuando un amigo se va
se queda un árbol caído
que ya no vuelve a brotar
porque el viento lo ha vencido.

Cuando un amigo se va
queda un espacio vacío,
que no lo puede llenar
la llegada de otro amigo.



Συγκινητική η ερμηνεία του Facundo Cabral με τον Alberto Cortez
 
YΓ. Για τον μπαμπά, τον Νίκο, τον Δημήτρη, τον Γιάννη... τόσους φίλους που έχουν ήδη φύγει γαμώτο...

¡Éste se va conmigo!



"Αυτό θα φύγει μαζί μου", λέει με σπασμένη φωνή και βουρκωμένα μάτια ο Μαέστρος φιλώντας το αγαπημένο του bandoneón, στο Café de los Maestros του Santaolalla.

Sunday, January 18, 2009

Café de los Maestros του Gustavo Santaolalla


Σε μία μόνο αίθουσα παίζεται αυτές τις μέρες στην Αθήνα το Café de los Maestros, η ταινία-ντοκυμαντέρ του Gustavo Santaolalla που μιλά για το τανγκό και τους σημαντικούς Αργεντινέζους καλλιτέχνες που μεσουράνησαν μεταξύ 1940-1960 και άφησαν το στίγμα τους σε αυτόν τον χώρο.

Για όσους στρέφουν το βλέμμα με αγάπη προς την Λατινική Αμερική, θα μπορούσε να γίνει πιο εύκολα αποδεκτή η ταινία χωρίς να βαρυγκομήσουν ιδιαίτερα μια χαμένη έξοδο.

Ο πολύ χαμηλός ήχος στο σινεμά που παίζεται, καθώς και μια άσχημη μυρωδιά (έντονο πρόβλημα αποχέτευσης) που πλανάται στον αέρα, δεν βοηθούν εξ αρχής τους θεατές.

Και πάμε στην ουσία. Οσοι έχουν δει το Buena Vista Social Club ή ταινίες αργεντίνικες γύρω από το τανγκό και το παρελθόν (όπως το Bar "El Chino") θα απογοητευθούν αν περιμένουν το ίδιο νεύρο και το ίδιο πάθος.

To Café de los Maestros "σώζεται" κυρίως στο δεύτερο μισό από τους ίδιους τους Maestros πάνω στη σκηνή, όταν πια δεν χοροπηδά σαν χαζό παιδί χαρά γεμάτο (!) ο βραβευμένος με 2 Οσκαρ Gustavo Santaolalla. Και πάλι, τους κόβει άτσαλα τις ερμηνείες ο σκηνοθέτης Miguel Kohan για τους χωρέσει όλους, σαν να προσπαθεί όμως να τους "ξεπετάξει".

Πολύ επιφανειακή η προσέγγιση και η ματιά του Santaolalla από την πρώτη στιγμή, αν σκεφτεί μάλιστα κανείς την έντονη και παθιασμένη ιστορία των ανθρώπων και του κόσμου που προσπαθεί να μας μεταφέρει και να μας δώσει μια πολύ μικρή γεύση.

Ο αμερικανός Ry Cooder τα κατάφερε πολύ καλύτερα στο αντίστοιχο εγχείρημα με τους παππούδες Κουβανούς σε σχέση με τον Αργεντινέζο Gustavo, παρότι ο δεύτερος μιλά για τις ίδιες τις ρίζες του. Ισως γιατί ο Ry αντιμετωπίζει τους Κουβανούς μέσα από τη θολή εικόνα ενός παραμυθιού που του δημιουργεί δέος και θαυμασμό, ενώ ο Santaolalla δεν μπορεί να κρύψει αισθήματα λύπης αλλά και οίκτου, για το ένδοξο παρελθόν των συμπατριωτών του που θάφτηκε στη λήθη και -ίσως- στη μιζέρια.

Η μετάφραση επίσης έχει χονδρές κοτσάνες:
το ντοκυμαντέρ μιλά για το τανγκό και τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του στη χώρα που το γέννησε. Ποιό είναι το βασικό όργανο; Το μπαντονεόν. Από πότε το μπαντονεόν έχει μεταφραστεί ως ακορντεόν στα ελληνικά; Πρόκειται απλούστατα για διαφορετικό όργανο και δεν επιτρέπεται να κακοποιείται και να μεταλάσσεται έτσι ο βασικός "πρωταγωνιστής" του tango, αλλά και του Café de los Maestros. Θα τρίζουν τα κόκκαλα του Ζακ Μεναχέμ που μας μύησε μέσα από τις ραδιοφωνικές εκπομπές του στον Αθήνα 9.84 σε αυτό το όργανο και αυτές τις μουσικές, από την "ιεροσυλία". Και πώς το Percal, ένα από τα κεντρικά θέματα-τραγούδια του Alberto Podestá, μεταφράζεται ως λινό όταν μάλιστα το τραγούδι μιλά για ένα φθηνό βαμβακερό τσίτι, με το οποίο παρομοιάζεται η ίδια τη ζωή;

Δεν αρκεί κάποιος να γνωρίζει στοιχειωδώς την γλώσσα στην οποία μεταφράζει για να ασχοληθεί επιτυχώς με το αντικείμενο, όταν μάλιστα μιλάμε για μια γλώσσα που βρίσκει πάνω από 22 διαφορετικές εκδοχές, αναλόγως την ήπειρο και τη χώρα στις οποίες ομιλείται και είναι μία από τις επίσημες γλώσσες. Πρέπει ο "ειδικός" να έχει ασχοληθεί και με τους Πολιτισμούς που κουβαλά η κάθε χώρα, ή τουλάχιστον να έχει μελετήσει το αντικείμενο με το οποίο ασχολείται το κείμενο που μεταφράζει.

Νομίζω πως όσοι δεν είναι παθιασμένοι "εραστές" του tango, της Λατινικής Αμερικής ή του Buenos Aires (μην περιμένετε να δείτε κάτι ιδιαίτερο για την πόλη στην συγκεκριμένη ταινία), καλύτερα να το δουν σε dvd και να προμηθευτούν οπωσδήποτε την μουσική.

ΥΓ. Στους τίτλους τέλους αναφέρεται ότι ήδη έχουν πεθάνει 3 από τους συμμετέχοντες μουσικούς, μέσα σε αυτούς η σπουδαία Lágrima RíosPerla Negra del Tango- η οποία δεν κατάφερε καν να παρευρεθεί στην συναυλία στο Teatro Colón (από όπου και το μισό περίπου μέρος των γυρισμάτων τον Αύγουστο του 2006). Από αυτής της πλευράς, σημαντική η προσφορά του Santaolalla που όμως δεν την ολοκλήρωσε, καθώς δεν άφησε το όνειρό του να παρασυρθεί από τους ρυθμούς του tango και να απογειωθεί, δεμένος και κρατημένος ίσως στο έδαφος του Los Angeles (όπου ζει πλέον μόνιμα) από τις σιδερένιες μπάλλες των Οσκαρ στα πόδια του.

Ακούμε:

Lágrima Ríos & Aníbal Arias - Vieja Viola

Alberto Podestá - Percal

Tuesday, January 13, 2009

"Η Νύχτα της Αγάπης μου"

 
Από τα χείλη της όμορφης Estrella Morente, με την βραχνή φωνή των ατρόμητων γηρατειών της Chavela Vargas, με την ξεθωριασμένη από το χρόνο λάμψη ενός Trio Brillante -contra viento y marea- όταν έρχεται αυτή η Νύχτα, τη ζούμε ευχόμενοι να μην τελειώσει...


 

Monday, December 15, 2008

«Ελλάδος Ελάσσων Ιστορία» από τον Pedro Olalla

Το τελευταίο βιβλίο του Pedro Olalla "Ελλάδος Ελάσσων Ιστορία" (εκδ. Road) παρουσιάστηκε σήμερα τελικά (ύστερα από αναβολή μιας εβδομάδας λόγω της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και των επεισοδίων που ακολούθησαν στην Αθήνα και όχι μόνο) στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.

Είναι συγκλονιστικό... πως ένας Ισπανός του Βορρά έρχεται στην Ελλάδα σε νεαρή ηλικία, γίνεται Ελληνιστής και βάζει στόχο ζωής να μας μυήσει στην Ιστορία μας και να μας μεταδώσει την αγάπη και το θαυμασμό του για την Χώρα μας και τον Πολιτισμό μας, ενώ εμείς "αντιστεκόμαστε" σκοτώνοντας τα παιδιά μας, πετώντας πέτρες και βάζοντας φωτιά στο σπιτικό μας, επιλέγοντας την αμορφωσιά και την επιδειξιομανία, τον ωχαδερφισμό και την γαϊδουριά, την λησμονιά και τη λήθη, την άγνοια και την απόρριψη της ίδιας μας της ταυτότητας.

Ένα "μάθημα" πολιτισμού, αυτό είναι η "Ελλάδος Ελάσσων Ιστορία", που τέτοιες στιγμές πραγματικά δεν ξέρω σε ποιούς από εμάς απευθύνεται και πόσους μπορεί να αγγίξει. Ελπίζω πολλούς, αλλά η πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων εκπέμπει δυσοίωνα μηνύματα.

Όπως αναφέρεται στην παρουσίαση του βιβλίου, "ενάντια στο αναμενόμενο, η "Ελλάδος Ελάσσων Ιστορία" δεν είναι κατά βάθος η ιστορία μιας χώρας, ενός λαού ή ενός εδάφους. Όπως στην Ιστορία που συνέθεσε ο Ηρόδοτος, οι πρωταγωνιστές δεν είναι ούτε οι Έλληνες ούτε οι Πέρσες: είναι οι άνθρωποι, όλοι οι άνθρωποι. Οι σελίδες αυτού του έργου μας ωθούν στην εξερεύνηση του Ανθρώπου, μας προτρέπουν σε αυτή την αναζήτηση που χαρακτηρίζει το λεγόμενο ελληνικό πνεύμα από τις απώτατες μέρες του Ομήρου. Η ανάγνωσή του μας εφιστά την προσοχή στο εύθραυστο του πολιτισμού· μας θυμίζει ότι οι κατακτήσεις του είναι εφήμερες και ότι πρέπει να προασπίζονται κάθε μέρα που ξημερώνει· μας βοηθά να αντιληφθούμε πως ο μόνος εφικτός πολιτισμός είναι εκείνος που ενώνει τους ανθρώπους ενάντια στην βαρβαρότητα· και μας μαθαίνει και πάλι την ταπεινοφροσύνη, το μόνο μάθημα που η Ιστορία μάς επαναλαμβάνει συνεχώς."

Για τον Pedro Olalla και το έργο του, γράφει στην Καθημερινή ο Νίκος Βατόπουλος:

Για μια νέα αγάπη στην Ιστορία

Ο ελληνιστής Πέδρο Ολάγια «ξαναδιαβάζει» για τους Ελληνες τα ίχνη που άφησαν

Εχει το χάρισμα του αφηγητή ο Πέδρο Ολάγια. Η μεγάλη του αγάπη στο ελληνικό πνεύμα τον έχει κάνει Αθηναίο πολίτη από το 1994 και δημιουργό μιας σειράς έργων, βιβλίων και ντοκιμαντέρ, τα οποία έχουν, όλα, την προσωπική του σφραγίδα. Οσοι γνωρίζουν τον Πέδρο, μέσα από τις πολλές δραστηριότητές του, εκπλήσσονται που ένας Ισπανός από το Οβιέδο προσφέρει τόσες υπηρεσίες στην Ελλάδα με κίνητρο μόνο το ιστορικό ενδιαφέρον και την ανιδιοτελή αγάπη. Τα ελληνικά του είναι υψηλού επιπέδου (έχει συντάξει ανάμεσα σε άλλα και το «Νέο Ελληνο-Ισπανικό Λεξικό») και η ματιά του τόσο διεισδυτική που φέρνει στην επιφάνεια ανεπαίσθητους ψιθύρους της ιστορίας και ελαφρές πατημασιές.
Τι σημαίνει έλασσον;
Οπως στο νέο του βιβλίο, που με τον ευγενή όσο και υπαινικτικό τίτλο «Ελλάδος Ελάσσων Ιστορία», ανασύρει από τα βάθη του χρόνου 150 ιστορικά πρόσωπα σε άγνωστα, ως επί το πλείστον, κεφάλαια και τα φωτίζει μέσα από ένα διαφορετικό φως. Το εύρημα του Πέδρο Ολάγια αυτή τη φορά είναι η δημιουργία μιας ανθρωποκεντρικής ανάγνωσης όχι της γραμμικής Ιστορίας («όχι της ιστορίας ενός εδάφους», όπως λέει), αλλά της ιστορίας του ελληνικού πνεύματος.
Βασική θέση του Πέδρο Ολάγια, εκφρασμένης και στο παρελθόν σε άλλα πολύ σημαντικά έργα του όπως ο «Μυθολογικός Ατλας της Ελλάδας» και «Ευδαίμων Αρκαδία», είναι ότι το πνεύμα του ελληνικού πολιτισμού διαχέει και διαπερνά και άλλες κουλτούρες στην ευρύτερη ζώνη της Μεσογείου αλλά και πέραν αυτής, στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη και Ασία. Γι’ αυτό και στη νέα «Ελάσσονα Ιστορία» του, που είναι ένα κράμα ιστορικού, λογοτεχνικού και εικονογραφημένου βιβλίου, ο Πέδρο Ολάγια εξακτινώνει μία διαδρομή που περιλαμβάνει, ενσωματώνει και υπονοεί μία γεωγραφική ακτίνα και ένα ιστορικό τόξο από τον Ατλαντικό ώς την Κίνα.
Αυτός ο ειρηνικός θρυμματισμός της συμβατικής ανάγνωσης του ελληνισμού φαίνεται να ενισχύει και να αναδιατυπώνει τις βασικές αρχές μιας εν πολλοίς εναλλακτικής πρότασης για την επικοινωνία του ουμανισμού σε ένα ευρύτερο, σύγχρονο ακροατήριο.
Ο Πέδρο Ολάγια σπεύδει να προφυλάξει το έργο του από το κόκκινο μαρκαδοράκι των σχολαστικών επιστημόνων. Οχι ότι επιχειρεί ακρότητες, το αντίθετο. Αλλά αναλαμβάνει το βάρος και την ευθύνη να μοιραστεί τη συγκίνησή του με ένα τρόπο που δύσκολα θα επέλεγε ένας Ελληνας. Απαλλαγμένος, προφανώς, ως Ισπανός πολίτης από τον νάρθηκα μιας ελληνικής εκπαίδευσης - σύμφωνα με τα κρατικά πρότυπα, ο Πέδρο Ολάγια φέρει το πνεύμα του ελληνικού πολιτισμού χωρίς να τον βαραίνει η αμηχανία του άμεσου κληρονόμου και διαχειριστή του.
Αλλά αυτή ακριβώς είναι η φλέβα που χτυπάει το σύνολο του έργου του Πέδρο Ολάγια, κίνηση εμφανής και στα σπουδαία σε έρευνα και εκτέλεση τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ του (π.χ. «Οι τόποι των μύθων»). Ως Ευρωπαίος, διαποτισμένος από την ελληνολατινική παράδοση, ο Πέδρο Ολάγια θέλει να πείσει τους Ελληνες ότι η κληρονομιά του ουμανισμού είναι κοινή και ότι τα ίχνη του ελληνικού πνεύματος εκπορεύονται μεν από τον φυσικό χώρο της Ελλάδας, αλλά αποτελούν δομικά στοιχεία πολλών συγγενών πολιτισμών.
Στην «Ελλάδος Ελάσσονα Ιστορία» υπάρχουν γεωγραφικές στάσεις και «αναπάντεχες» ανθρώπινες «χειρονομίες» (όπως ονομάζει ο Π. Ολάγια τις πράξεις της Ιστορίας που επιλέγει να αφηγηθεί) στην Αίγυπτο και στην Τουρκία, στη Συρία και στην Περσία, στην Ισπανία και στην Ιταλία, στη Βρετανία και στη Μοραβία και φυσικά, στην Ελλάδα από τον 8ο αιώνα π.Χ. έως τα μέσα του 20ού. Είναι μια καλεισδοσκοπική πινακοθήκη, το συμπύκνωμα της οποίας ανασυνθέτει σαν ένα βυζαντινό ψηφιδωτό τη στάση των «ολίγων» της Ιστορίας, που, όμως, στην προκειμένη περίπτωση, μετατρέπεται σε υπόθεση των πολλών.
Ηθική διάσταση
Αν και όλα τα κεφάλαια είναι γραμμένα στο τρίτο πρόσωπο, αυτό που ακούει ο αναγνώστης είναι «η φωνή του πρωταγωνιστεί με τη ματιά του αφηγητή». Είναι το εύρημα του συγγραφέα που γεφυρώνει τους ιστορικούς τόπους και τις διαφορετικές «θερμοκρασίες» των προσώπων με ένα βλέμμα που έχει αφετηρία την ηθική ποιότητα της Ιστορίας. Ενα βιβλίο αυστηρά ιστορικό ως προς το περιεχόμενο, όπως λέει ο συγγραφέας, και λογοτεχνικό ως προς τη μορφή. Διαβάστε πώς ο ίδιος ο Πέδρο Ολάγια διατυπώνει μια σκέψη του στον πρόλογο του βιβλίου του: «Δεν είναι εύκολο να γράψει κανείς Ιστορία: συχνά, ό,τι θεωρούσαμε αληθές παραπαίει και ραγίζει μόλις διεισδύσουμε λίγο βαθύτερα σε αυτό. Σε ό,τι αφορά τούτο το βιβλίο, όσα εξιστορούνται εδώ έχουν συμβεί. Και αν όχι ακριβώς με αυτό τον τρόπο, τουλάχιστον είναι βέβαιο ότι επηρέασαν τη μετέπειτα Ιστορία σαν να είχαν γίνει έτσι, και είναι κι αυτός ένας ακόμη τρόπος για να συμβαίνουν τα πράγματα».
Τα ζητήματα που φέρνει στο φως αυτό το βιβλίο του προσδίδουν τον χαρακτήρα ενός άτυπου μανιφέστου για την αγάπη της Ιστορίας και των ανθρώπων. Είναι μια πράξη παρηγορητική και μαζί, ενθαρρυντική.

Πηγή:Καθημερινή

Friday, November 28, 2008

Το να τρως καλά, έχει και την τέχνη του

Στο τελευταίο τεύχος του Sol Latino, γίνεται ένα αφιέρωμα στις Κουζίνες της Λατινικής Αμερικής. Η "ψυχή" του Al Andar Δρ. Μαρίνα Κατσαρά, γράφει* για την Μαγειρική και το φαγητό:

Το να τρως καλά, έχει και την τέχνη του
Παραδοσιακά φαγητά: αρώματα της γης μας


Και ποιος δεν έχει σε κάποια γωνιά της κουζίνας του ένα βιβλιαράκι ή ένα τετραδιάκι με συνταγές μαγειρικής γερασμένο από τα χρόνια της νοσταλγίας; Οι μουτζούρες πάνω στο χαρτί δεν φεύγουν, αποτελούν μέρος της εγγεγραμμένης μνήμης, της καταγεγραμμένης από κάποιο χέρι που αφηγήθηκε την ιστορία κάποιου, μαγείρεψε το πιάτο του, προσδιόρισε τον πολιτισμό του, σφράγισε την ταυτότητά του. Αυτά τα βιβλιαράκια ή τα τετραδιάκια είναι πολύτιμα. Δεν στολίζουν απλώς την κουζίνα. Είναι χειρόγραφα που αφηγούνται την ζωή κάποιου.
Δεν πρόκειται περί "nouvelle cuisine". Όχι. Εδώ μιλάμε για μαγειρικές που υφίστανται προ αμνημονεύτων ετών, για αχνιστά πιάτα, για αυθεντικές γεύσεις που στο άκουσμά τους και μόνο έρχονται στο νου τρόποι ζωής, όχι μόδες, ουσιώδεις αναφορές, όχι σοφιστικέ νεωτερισμοί.
Η Μαγειρική δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς την Παράδοση. Η παράδοση είναι δύναμη ζωής και η μαγειρική είναι μια από τις θεμελιώδεις πρακτικές της. Η Μαγειρική δεν μπορεί παρά να κυοφορεί την ευτυχία. Είναι πράξη πίστης και έρωτα.
Η Μαγειρική είναι μια από τις πιο σημαντικές πολιτισμικές αποσκευές της ανθρωπότητας, ένα κοινωνικό, φυλετικό, πολιτισμικό, θρησκευτικό χωνευτήρι.
Η Μαγειρική είναι έφεση, είναι έμπνευση, είναι συγκέντρωση, είναι σπονδή.
Η Μαγειρική είναι συλλογική μνήμη, οικογενειακή μνήμη, μνήμη της γης, γενέθλιας και μη.
Η Μαγειρική είναι μια τέχνη που έχει τους κώδικές της, τους κανόνες της, τους νόμους της, τα τελετουργικά και τα σύμβολά της.
Η Μαγειρική εμπεριέχει ερωτικές και αισθησιακές αξίες.
Η Μαγειρική μπορεί να έχει αφροδισιακές δυνατότητες.
Η Μαγειρική είναι ανοιχτή επιθυμία, είναι απροσμέτρητη όρεξη, είναι απόλαυση, είναι γοητεία.
Η Μαγειρική είναι καλωσόρισμα, είναι μέθεξη, είναι καταξίωση, είναι χάρισμα, είναι χάρη, είναι χαρά.
Η Μαγειρική είναι τεχνική, είναι δείγμα ευγένειας τόσο των φτωχών όσο και των πλουσίων.
Η Μαγειρική δεν υφίσταται χωρίς τα μάτια, τα χέρια, τα χείλη, τη γλώσσα.
Στην κινηματογραφική ταινία "Σαν το νερό για τη σοκολάτα" του μεξικανού σκηνοθέτη Αλφόνσο Αράου, που βασίστηκες στο μυθιστόρημα της Λάουρα Εσκιβέλ, τα συστατικά, οι γεύσεις, οι μυρωδιές διατρέχουν την ιστορία του Μεξικού, εισβάλλουν στις οικογενειακές σχέσεις, αφηγούνται την καταγωγή μιας οικογένειας κι ενός λαού. Στην κινηματογραφικά ταινία "Πολίτικη κουζίνα" του έλληνα σκηνοθέτη Τάσου Μπουλμέτη, η ιστορία είναι βαθιά ριζωμένη στις μυρωδιές για τις γεύσεις κάποιων μπαχαρικών που αποτελούν κοινό σημείο αναφοράς μεταξύ μιας Ανατολής και μιας Δύσης που ζουν και αναπνέουν χώρια.
Η μαγειρική είναι τέχνη. Η μαγειρική είναι παγκόσμια ιστορία και ιστορία κάθε χώρας. Η μαγειρική είναι αναγκαιότητα. Η μαγειρική είναι η επιβίωση των ανθρώπινων όντων.
Δεν γίνεται να ζεις χωρίς να τρως.
Αρκεί σ΄αυτόν τον κόσμο της μαγειρικής τέχνης και της τέχνης του τραπεζιού, το τραπέζι να είναι στρωμένο για όλους, μικρούς και μεγάλους, σε Αφρική και Λατινική Αμερική, δύο ηπείρους που έχουν εξαιρεθεί από την πρωταρχική ζωτική ανθρώπινη ανάγκη: το φαγητό.
Τότε, με πολύ σεβασμό και απέραντη ευχαρίστηση θα μπορούμε να συνεχίσουμε να μιλάμε για μαγειρική και παράδοση.

*Μετάφραση: Κωνσταντίνος Βαδραχάνης